Σάββατο, 2 Απριλίου 2016

Οι παράξενες μούμιες της Ιαπωνίας

Οι παράξενες μούμιες της Ιαπωνίας





Μέσα σε βουδιστικούς ναούς και μουσεία της Ιαπωνίας, φυλάσσονται παράξενες μούμιες που την ύπαρξη τους αγνοεί σε μεγάλο βαθμό ο δυτικός κόσμος. Σύμφωνα με τους Ιάπωνες πρόκειται για μούμιες δαιμόνων (oni), γοργόνων και πλασμάτων της Ιαπωνικής μυθολογίας γνωστά με τα ονόματα kappa, tengu, raiju.
Ο ναός Zengyoji στην πόλη Kanazawa φιλοξενεί το μουμιοποιημένο κεφάλι ενός δαίμονα με τρία πρόσωπα.






Μια άλλη μυστηριώδης μούμια βρίσκεται στο ναό Daijoin, στην πόλη Usa. Λέγεται ότι αποτελούσε κάποτε ιδιοκτησία μιας εύπορης οικογένειας η οποία αναγκάστηκε να την δώσει όταν υπέφερε από κάποιου είδους ατυχίες. Η μούμια άλλαξε χέρια αρκετές φορές έως ότου το 1925 κατέληξε σε έναν ενορίτη του ναού ο οποίος αρρώστησε βαριά. Θεωρώντας την καταραμένη, την χάρισε στον ναό Daijoin και έτσι βρήκε την υγειά του.




Μια αρκετά μικρότερη μούμια που λέγεται ότι ανήκε σε ένα μωρό δαίμονα ήταν στην κατοχή του ναού Rakanji στην πόλη Yabakei αλλά δυστυχώς καταστράφηκε το 1943 κατά την διάρκεια μιας πυρκαγιάς στον ναό.





Tον 18ο και 19ο αιώνα, οι μούμιες που υποτίθεται ανήκαν σε γοργόνες ήταν ένα συνηθισμένο έκθεμα σε φεστιβάλ της Ιαπωνίας γνωστά με το όνομα misemono. Με το πέρασμα των χρόνων, η τεχνική της κατασκευής μούμιων από γοργόνες τελειοποιήθηκε από τους ψαράδες, οι οποίοι ένωναν τα κεφάλια ή και τον κορμό των μαϊμούδων σε σώματα ψαριών. 
Μια τέτοια "γοργόνα" φαίνεται στην φωτογραφία και βρίσκεται στο εθνολογικό μουσείο του Leiden στην Ολλανδία.
Μια άλλη παλιά μούμια που εκτέθηκε στο μουσείο του Τόκιο πριν από αρκετά χρόνια, φαίνεται να ανήκει στον ιδρυτή του μουσείου γεωργίας Harano.





Η καταγωγή της είναι άγνωστη αλλά ο συλλέκτης υποστηρίζει πως βρέθηκε σε ένα ξύλινο κιβώτιο μαζί με αποσπάσματα από την βουδιστική σούτρα γραμμένα στα σανσκριτικά. Μέσα στο κιβώτιο υπήρχε μια φωτογραφία της μούμιας και ένα σημείωμα που έλεγε ότι ανήκε σε έναν άνδρα από την επαρχία Wakayama.





Όπως και οι μούμιες από γοργόνες, έτσι και οι μούμιες kappa (δαίμονες των ποταμών) πιστεύεται ότι κατασκευάστηκαν χρησιμοποιώντας μέλη διαφόρων ζώων όπως πίθηκοι, κουκουβάγιες και σελάχια. Μια τέτοια μούμια είναι η εικονιζόμενη που εκτίθεται σε
ολλανδικό μουσείο.





Ακόμη μια kappa μούμια που βρίσκεται στον ναό Zuiryuji, στην Osaka. Αυτό το 70 εκατοστών ανθρωποειδές χρονολογείται από το 1682.





Αυτή η Kappa μούμια με την παράξενη στάση βρίσκεται σε ένα παρασκευαστήριο σάκε στην πόλη Imari.
Όπως λέει ο ιδιοκτήτης της επιχείρησης, ανακαλύφθηκε πριν 50 χρόνια μέσα σε ένα ξύλινο κιβώτιο κατά τις εργασίες αντικατάστασης της οροφής.
Σειρά στις περίεργες μούμιες έχουν οι αποκαλούμενες Raiju ( κτήνη των κεραυνών ). Πρόκειται για υπερφυσικά πλάσματα που λέγεται ότι ζούν στα σύννεφα και περιστασιακά πέφτουν στην γή κατά την διάρκεια καταιγίδων με κεραυνούς. Οι παλαιότερες καταγραφές των πλασμάτων αυτών χρονολογούνται από τις αρχές του 18ου αιώνα και φαίνεται να δανείζονται μορφολογικά χαρακτηριστικά από το nue, χίμαιρες που, όπως αναγράφεται στο έπος του 12ου αιώνα "The Tale of the Heike", κατοικούν στα σύνεφα και προκαλούν ασθένειες.
περιγραφές για τα Raiju διαφέρουν καθώς άλλα κείμενα τα παρομοιάζουν με σκίουρους, γάτες ή νυφίτσες ενώ άλλα λένε ότι μοιάζουν με καβούρια ή αλογάκια της θάλασσας.

Ωστόσο οι περισσότερες συμφωνούν ότι έχουν δάκτυλα που διαθέτουν νηκτική μεμβράνη, κοφτερά νύχια και μακριά δόντια. Τα πλάσματα αυτά εμφανίζονται επίσης να διαθέτουν έξι πόδια και/ή τρεις ουρές, υποδηλώνοντας ότι έχουν την ικανότητα να αλλάζουν μορφές (Shape-shifting).
Ένα εικονογραφημένο κείμενο λέει ότι ένα Raiju έπεσε από τον ουρανό κατά την διάρκεια μιας βίαιης καταιγίδας στις 15 Ιουνίου 1796, στην περιοχή Higo-kumi.

Εδώ το raiju περιγράφεται σαν καβούρι με μαύρο τρίχωμα και μέγεθος 11 εκατοστά.
Ένα άλλο διάσημο περιστατικό έλαβε χώρα στην περιοχή Tsukiji τον Αύγουστο του 1823. Δύο εκδοχές του περιστατικού είναι γνωστές. Η μια λέει ότι είχε το μέγεθος γάτας ή νυφίτσας, με ένα προεξέχον μάτι και ένα κέρατο όπως αυτό του ταύρου ή του ρινόκερου στο μέτωπο.

Η άλλη το περιγράφει ένα πιο ομαλό σχήμα και δεν αναφέρει κέρατο.
Δεδομένης της συχνότητας των περιγραφών για Raiju, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι εμφανίστηκαν αρκετές μούμιες των πλασμάτων.





Την δεκαετία του '60, ο ναός Yuzanji στην επαρχία Iwate, έγινε αποδέκτης της προσφοράς μιας μούμιας Raiju από έναν ενορίτη. Η προέλευση της μούμιας όπως και η ταυτότητα του δωρητή είναι ένα μυστήριο. Η μούμια μοιάζει σαν γάτα με την πρώτη ματιά αλλά τα πόδια είναι πολύ μακρύτερα και δεν υπάρχουν εμφανείς οφθαλμικές κόγχες.





Μια παρόμοια μούμια εκτίθεται στον ναό Saishoji στην επαρχία Niigata.





Ένα άλλο υπερφυσικό πλάσμα του ουρανού είναι το tengu, ένας επικίνδυνος δαίμονας που συχνά απεικονίζεται ώς μισός άνθρωπος και μισός πουλί. Μια μούμια του είδους αυτού βρίσκεται στο μουσείο Hachinohe, στην βόρεια Ιαπωνία. Κάποιες θεωρίες υποστηρίζουν ότι η μούμια tengu πέρασε από την κατοχή αρκετών οικογενειών σαμουράι, μερικές από τις οποίες είχαν έντονο ενδιαφέρον για την συλλογή και εμπορία τέτοιων αντικειμένων.
Το τελευταίο είδος παράξενης μούμιας που μπορεί να συναντήσει κανείς σε ναούς της βόρειας Ιαπωνίας, ανήκει σε μοναχούς που μουμιοποιήθηκαν με την θέληση τους, γνωστές ως sokushinbutsu ή αλλιώς "ζωντανές μούμιες".





Για να γίνει κανείς sokushinbutsu πρέπει να διαβεί μια μακρά και επίπονη διαδικασία τριών σταδίων:
1ο στάδιο : Για 1000 ημέρες οι μοναχοί πρέπει να κάνουν μια ειδική δίαιτα με καρύδια και σπόρους, ενώ ταυτόχρονα ακολουθούν αυστηρή σωματική άσκηση για να απομακρύνουν το λίπος από το σώμα.





2ο στάδιο : Για άλλες 1000 ημέρες, θα τρώνε μόνο φλοιούς και ρίζες σε σταδιακά φθίνουσες ποσότητες. Κατά το τέλος, θα ξεκινήσουν να πίνουν τσάι από το δέντρο urushi, μια δηλητηριώδης ουσία που οδηγεί σε επιπλέον απώλεια σωματικών υγρών. Το τσάι βράζεται με νερό από μια ιερή πηγή στο βουνό Yudono, η οποία είναι τώρα γνωστό ότι περιέχει υψηλές ποσότητες αρσενικού. Το παρασκεύασμα αυτό δημιουργεί ένα αντιβακτηριδιακό περιβάλλον μέσα στο σώμα και βοηθάει στην διατήρηση από ότι έχει απομείνει επάνω στα οστά.





3ο στάδιο : Τέλος οι μοναχοί αποσύρονται σε ένα υπόγειο θάλαμο που συνδέεται με την επιφάνεια μέσω ενός στενού σωλήνα από μπαμπού. Εκεί, διαλογίζονται μέχρι να πεθάνουν και τότε ο θάλαμος σφραγίζεται. Μετά από 1000 μέρες ανασύρονται και καθαρίζονται. Αν το σώμα διατηρηθεί σε καλεί κατάσταση τότε ο μοναχός ανακηρύσσεται ώς ζωντανή μούμια. Δυστυχώς, πολλοί που επιχείρησαν την αυτο-μουμιοποίηση απέτυχαν αλλά οι λίγοι που τα κατάφεραν φυλάσσονται στους βουδιστικούς ναούς και απολαμβάνουν την τιμητική θέση ενός αγάλματος του βούδα. Η Ιαπωνική κυβέρνηση έθεσε εκτός νόμου την τακτική αυτή στις αρχές του 19ου αιώνα.













Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ
Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν








Ο Ύμνος εις την Ελευθερίαν είναι ποίημα που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός το 1823, τμήμα του οποίου αποτελεί τον εθνικό ύμνο της Ελλάδας (από το 1865) και της Κύπρου από το 1966. Είναι ο μεγαλύτερος εθνικός ύμνος στον κόσμο σε μέγεθος, αποτελούμενος από 158 στροφές ή 632 στίχους.



Εξώφυλλο της πρώτης ελληνικής έκδοσης του 1825 με τόπο έκδοσης το Μεσολόγγι.
Το ποίημα γράφτηκε από τον Διονύσιο Σολωμό τον Μάιο του 1823 στη Ζάκυνθο και έναν χρόνο αργότερα τυπώθηκε στο Μεσολόγγι. Το ποίημα συνδυάζει στοιχεία από τον ρομαντισμό αλλά και τον κλασικισμό. Οι στροφές που χρησιμοποιούνται είναι τετράστιχες, ενώ στους στίχους παρατηρείται εναλλαγή τροχαϊκών οκτασύλλαβων και επτασύλλαβων. Το 1828 μελοποιήθηκε από τον Κερκυραίο Νικόλαο Μάντζαρο πάνω σε λαϊκά μοτίβα, για τετράφωνη ανδρική χορωδία. Από τότε ακουγόταν τακτικά σε εθνικές γιορτές, αλλά και στα σπίτια των Κερκυραίων αστών και αναγνωρίστηκε στη συνείδηση των Ιονίων ως άτυπος ύμνος της Επτανήσου. Ακολούθησαν και άλλες μελοποιήσεις από τον Μάντζαρο (2η το 1837 και 3η το 1839-'40), ο οποίος υπέβαλε το έργο του στον Βασιλιά Όθωνα (4η «αντιστικτική» μελοποίηση, Δεκέμβριος 1844).

Παρά την τιμητική επιβράβευση του μουσικοσυνθέτη Μάντζαρου με τον Αργυρό Σταυρό του Τάγματος του Σωτήρα (Ιούνιος 1845) και του Διονυσίου Σολωμού με τον Χρυσό Σταυρό του ίδιου Τάγματος (1849), το έργο (και ειδικά η πρώτη μελοποίησή του) διαδόθηκε μεν ως «θούριος», αλλά δεν υιοθετήθηκε ως ύμνος από τον Όθωνα. Ο Μάντζαρος το 1861 επανεξέτασε για 5η φορά το έργο, αυτή τη φορά σε ρυθμό εμβατηρίου κατά παραγγελία του Υπουργού Στρατιωτικών.

Όταν ο Βασιλιάς Γεώργιος Α΄ επισκέφθηκε την Κέρκυρα το 1865 μετά την ενσωμάτωση των Επτανήσων με την Ελλάδα, άκουσε την εκδοχή για ορχήστρα πνευστών της αρχής της πρώτης μελοποίησης που έπαιζε η μπάντα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Κερκύρας και του έκανε εντύπωση. Ακολούθησε Βασιλικό Διάταγμα του Υπουργείου Ναυτικών (Υπουργός Δ. Στ. Μπουντούρης) που το χαρακτήρισε «επίσημον εθνικόν άσμα» και διατάχθηκε η εκτέλεσή του «κατά πάσας τας ναυτικάς παρατάξεις του Βασιλικού Ναυτικού». Επίσης ενημερώθηκαν οι ξένοι πρέσβεις, ώστε να ανακρούεται και από τα ξένα πλοία στις περιπτώσεις απόδοσης τιμών προς τον Βασιλιά της Ελλάδος ή την Ελληνική Σημαία. Από τότε θεωρείται ως εθνικός ύμνος της Ελλάδος.

Το σύνολο της πρώτης μελοποίησης του «Ύμνου εις την Ελευθερίαν»[α] τυπώθηκε για πρώτη φορά σε 27 μέρη στο Λονδίνο το 1873, έναν χρόνο μετά τον θάνατο του συνθέτη του. Ο αντισυνταγματάρχης ε.α. Μαργαρίτης Καστέλλης, πρώην διευθυντής του Μουσικού Σώματος, διασκεύασε τον «Εθνικό Ύμνο» για μπάντα κι αυτή η μεταγραφή (από την οποία απουσιάζει η σύντομη εισαγωγή) ανακρούεται από τις στρατιωτικές μπάντες ως σήμερα. Στα επτανησιακά μουσικά αρχεία σώζονται διασκευές του έργου για μπάντα χρονολογούμενες τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1840.

Το ποίημα «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» αποτελείται από 158 τετράστιχες στροφές· από αυτές οι 24 πρώτες καθιερώθηκαν ως εθνικός ύμνος το 1865. Οι δύο πρώτες ανακρούονται και συνοδεύουν πάντα την έπαρση και την υποστολή της σημαίας και ψάλλονται σε επίσημες στιγμές και τελετές. Κατά τη διάρκεια της ανάκρουσής του αποδίδονται ορθίως τιμές στρατιωτικού χαιρετισμού «εν ακινησία».

Από τις 18 Νοεμβρίου 1966 καθιερώθηκε με την απόφαση 6133 και εθνικός ύμνος της Κυπριακής Δημοκρατίας.







Ο ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ

Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,
κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά,
γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές
περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.
Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
το ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά

Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.
Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό,
και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.

Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.
Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή·
δεν είν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.

'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ' ανάσαση καμμιά·
άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά.
΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ,
«σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί.

Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί
ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί.
Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,
σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.

Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή,
πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ' άνθια και καρπούς,
εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή,
και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή.

΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,
και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
Εφωνάξανε ως τ' αστέρια του Ιονίου και τα νησιά,
κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,

μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά,
και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».
Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη,
και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή.

Απ' τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ,
και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό.
Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς
κατά τ' άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ' οργής.

Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν' δυνατά·
και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.
Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού,
που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού·

και σ' εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί,
έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.
΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς·
δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς·

σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό
εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό·
οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή
να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.

Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί
στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ' εκείνο αντισταθεί.
Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,
περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·

τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά,
κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά·
Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ·
ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς·
τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.
Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί,
κι ας ειν' άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.

Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν' πολλά·
δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;
Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά.
για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά 'βρει η συμφορά!

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή·
το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.
Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί;
Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν' ανεβεί.

Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν·
τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά·
να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!

Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά
από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.
Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών,
ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.

Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός!
΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός.
Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,
ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,

και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·
Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί,
κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.

'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά,
σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.
Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη,
όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.

Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς·
σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
Θαμποφέγγει κανέν' άστρο και αναδεύοντο μαζί,
ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.

'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό,
όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,
Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν' αίματα πηχτά,
και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά·
και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά,
και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά,
όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά,
σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί
είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.
Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή
απ' το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.

Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά,
και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν' γοργά.
Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
γι' αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.

Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως
από μία μεριά και απ' άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,

και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.
Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.
Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».

Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».
Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί·
παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.

Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι εις την τέταρτην αυγή.
Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά,
και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.

Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί
τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί.

Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.
Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας·
τα παιδιά σας θελ' ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.

'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό
εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.
Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό,
που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο
·
και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού
τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.
Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς.
εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.

Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ
κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό.
Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά,
και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς
γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.
Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ·
φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού,
μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.

Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,
«σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.

Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό
γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.
Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή·
βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.

Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή,
κι άρματ', άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ!
Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή,
και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.
Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς,
σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.

Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς:
«Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: "Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
πέστε, που θ' αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;

Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς,
χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.

Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή,
πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή"».
Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ' αδελφή;
Ποιος είν' άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;

Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά,
που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.
Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ' αγρικώ
δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό.

Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή
και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή
να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό·
εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό.

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού,
και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού.
Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά
τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά.

Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.
Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά,
κατά τ' άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά.

Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή-
το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
Έτσι ν' άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό,
και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό!

Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά,
όλα τ' άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά,
σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού,
κι απ' εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού.

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά.
Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό,
κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο

και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός·
πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή;
Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί,

το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός.
Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών,
η προφήτισσα Μαρία, μ' ένα τύμπανο τερπνόν

και πηδούν όλες οι κόρες με τσ' αγκάλες ανοικτές,
τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές.
Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
όμως, όχι, δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σε.
Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ' άπειρα εις τη γη,
με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή.

Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή·
κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί.
Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού,
και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού.

Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ·
όμως όχι δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σέ.
Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά
τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά.

Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν' πολλές,
πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
Μ' επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ,
και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό.

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή,
και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή.
Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί·
χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί.

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί.
Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί,
και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.

'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να 'τανε φονιάς!
'Εχει ολάνοικτο το στόμα π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί

η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί,
εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει
Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη,
και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή.

Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά.
Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ' ανησυχιά·
προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά:

«Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά,
και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά.
Απ' εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική,
αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί.

Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί,
κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί.
Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή
καθενός χαμογελάει, "πάρ' το", λέγοντας, "και συ".

Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·
μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.
Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,
πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.

Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:
"Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά".
Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί
για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή.

Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά,
σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά.
Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί·
πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ' ακολουθεί.

Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό
και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!»
Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι' αυτό
ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό.

Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν
και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν.
Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό,
που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ.

Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή;
Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή.
Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά·
δεν ειν' φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε να αποκτήσομεν εμείς
λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής;
Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!"».

"Διονύσιος Σολωμός"












Δευτέρα, 28 Μαρτίου 2016

Καταρράκτες Ιγκουασού

Καταρράκτες Ιγκουασού

Ο λαιμός του διαβόλου






Οι Καταρράκτες Ιγκουασού (Iguazu Falls) είναι μία ομάδα από καταρράκτες που δημιουργούνται από τον ποταμό Ιγκουασού. Βρίσκονται στα σύνορα της πολιτείας Παρανά (Paraná), που ανήκει στη Βραζιλία (20%), και της επαρχίας Μισιόνες (Misiones) που ανήκει στην Αργεντινή (80%). Οι καταρράκτες χωρίζουν τον ομώνυμο ποταμό σε πάνω και κάτω Ιγκουασού.


Το όνομα προέρχεται από τις λέξεις της γλώσσας Guarani (που υπάρχουν επίσης στην γλώσσα Tupi) "y" (IPA:[ɨ]) (νερό) και "ûasú" (IPA: [wa'su]) (μεγάλο). Σύμφωνα με ένα μύθο, ένας θεός σκόπευε να νυμφευθεί με μία όμορφη ντόπια κοπέλα που ονομαζόταν Naipí, η οποία έφυγε με τον θνητό αγαπημένο της Tarobá με ένα κανό. Ο θεός χώρισε τον ποταμό, δημιουργώντας τους καταρράκτες, καταδικάζοντας τους δύο εραστές σε μία αιώνια πτώση.






Ο πρώτος Ευρωπαίος που αντίκρισε τους καταρράκτες ήταν ο Ισπανός κονκισταδόρ Άλβαρ Νούνιεθ Καμπέθα δε Βάκα το 1541. Ένας από τους καταρράκτες στην πλευρά της Αργεντινής έχει πάρει από αυτόν το όνομά του. Οι καταρράκτες επανεντοπίστηκαν από τον Boselli στα τέλη του 19ου αιώνα. Επίσης, ένας από τους καταρράκτες στην πλευρά της Αργεντινής έχει πάρει το όνομά του.

Οι καταρράκτες αποτελούν μέρος των δύο φυσικών πάρκων Εθνικό Πάρκο Καταρρακτών Ιγκουασού (Iguazú National Park- Αργεντινή) και Εθνικό Πάρκο Ιγκουασού (Iguaçu National Park - Βραζιλία), που το 1984 και το 1987 αντίστοιχα συμπεριελήφθησαν από την UNESCO στα Μνημεία Παγκόσμιας Κληρονομιάς.






Στην περιοχή σχηματίζονται συνολικά 275 καταρράκτες. Το συνολικό μήκος τους είναι 2,7 χιλιόμετρα. Κάποιοι από αυτούς φτάνουν σε ύψος τα 82 μέτρα, αλλά η πλειοψηφία τους έχει ύψος περίπου τα 64 μέτρα. Ο πιο εντυπωσιακός από αυτούς ονομάζεται (ο λαιμός του Διαβόλου  ή Garganta del Diablo στα ισπανικά ή Garganta do Diabo στα πορτογαλικά). Έχει ύψος 82 μέτρα, μήκος 700 μέτρα και πάχος 150 μέτρα. Ο συγκεκριμένος καταρράκτης αποτελεί και σύνορο των δύο χωρών. Τα 2/3 των καταρρακτών βρίσκονται στην πλευρά της Αργεντινής. Από τα 2,7 χλμ., στα 900 μέτρα δεν ρέει νερό. Τα νερά οδηγούνται σε ένα κανάλι που αργότερα τροφοδοτεί τον ποταμό Παρανά. Η έκταση που καλύπτουν τα νερά των καταρρακτών κατά την περίοδο που ο ποταμός πλημμυρίζει είναι περίπου 40 ha (οι καταρράκτες της Βικτωρίας καλύπτουν 55 ha), ενώ η ετήσια μέση ροή είναι 6.500 m2/s. Σε σχέση όμως με τους καταρράκτες της Βικτωρίας, αυτοί του Ιγκουασού προσφέρουν καλύτερη θέα στον επισκέπτη, λόγω της μορφολογίας της περιοχής.











ΤΙΓΡΗΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ

ΤΙΓΡΗΣ ΤΗΣ ΤΑΣΜΑΝΙΑΣ
Ένα εξαφανισμένο είδος από τον πλανήτη μας 






Θυλακίνος

Θυλακίνος (διωνυμική ονομασία: Thylacinus cynocephalus, ετυμολογία: αρχαιοελληνικό θύλαξ, σύγχρονο θύλακας) ονομάζεται το μεγαλύτερο γνωστό σαρκοβόρο μαρσιποφόρο της σύγχρονης εποχής. Είναι επίσης γνωστό και ως Τίγρη της Τασμανίας λόγω των λωρίδων στο πίσω μέρος της πλάτης του, ή και ως Λύκος της Τασμανίας. Ζούσε στην ηπειρωτική Αυστραλία, Τασμανία, και Νέα Γουινέα, και θεωρείται πως εξαφανίστηκε τον 20ό αιώνα. Ήταν το τελευταίο μέλος της οικογενείας των Θυλακινιδών (Thylacinidae), ενώ δείγματα άλλων μελών της οικογενείας αυτής έχουν βρεθεί σε απολιθώματα που χρονολογούνται ως και από την πρώιμη Μειόκαινο εποχή.

Ο θυλακίνος είχε γίνει εξαιρετικά σπάνιος ή είχε εξαφανιστεί εντελώς στην ηπειρωτική Αυστραλία πριν τον Βρετανικό εποικισμό της ηπείρου, αλλά κατάφερε να επιζήσει στο νησί της Τασμανίας μαζί με τα άλλα ενδημικά είδη, συμπεριλαμβανομένου του διάβολου της Τασμανίας. Το εντατικό κυνήγι το οποίο ενθαρρυνόταν και από επικηρύξεις για την θανάτωση των ζώων αυτών, θεωρείται γενικά πως είναι υπεύθυνο για την εξαφάνιση του, αλλά πιθανώς να υπάρχουν και άλλοι παράγοντες που συντέλεσαν στην εξαφάνιση του, όπως η εισαγωγή σκύλων από τους βρετανούς άποικους, και η γενικότερη ανθρώπινη παρουσία στον βιότοπό του. Παρά την επίσημη κατηγοριοποίηση του ως εξαφανισμένου, εξακολουθούν να αναφέρονται σποραδικές εμφανίσεις του, αν και ουδεμία έχει αποδειχτεί αδιαμφισβήτητα.






Τα διαθέσιμα στοιχεία από την εποχή που μελετήθηκε το ζώο αυτό, αναφέρουν πως ήταν ένα σχετικά ντροπαλό, νυκτόβιο πλάσμα, με μέγεθος περίπου όσο ενός μεσαίου/μεγάλου σκύλου. Η ουρά του ήταν δύσκαμπτη, διέθετε μάρσιπο, αρκετά παρόμοιου με του καγκουρό -ο οποίος όμως εμφανιζόταν και στα αρσενικά πέρα από τα θηλυκά-, και είχε μια σειρά από σκούρες λωρίδες στο πίσω μέρος του σώματός του, που θύμιζαν τις λωρίδες της τίγρης.

Όπως οι τίγρεις και οι λύκοι του Βορείου Ημισφαιρίου, είδη από τα οποία και απέκτησε δύο από τις κοινές ονομασίες του, ο θυλακίνος ήταν αρπακτικό στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας. Ως μαρσιποφόρο, δε σχετίζεται στενά με τα θηλαστικά αυτά που διαθέτουν πλακούντα, αλλά λόγω της συγκλίνουσας εξέλιξης που απέκτησαν στο κοινό τους περιβάλλον, μοιράζεται κάποια στοιχεία της μορφής και των προσαρμογών τους. Τα κοντινότερα συγγενικά του αρτίγονα είδη θεωρούνται, είτε ο διάβολος της Τασμανίας είτε το Νούμπατ. Ο θυλακίνος είναι μαζί με το Οπόσουμ του νερού τα μόνα μαρσιποφόρα τα οποία διαθέτουν μάρσιπο και στα δύο φύλα. Το αρσενικό διέθετε μάρσιπο ο οποίος χρησίμευε ως προστατευτική θήκη που κάλυπτε τα εξωτερικά όργανα αναπαραγωγής του, καθώς έτρεχε μέσα στην άγρια βλάστηση. Ο θυλακίνος έχει περιγραφεί ως εξαιρετικά ικανός θηρευτής, λόγω της ικανότητάς του να επιζεί και να κυνηγάει την λεία του σε εξαιρετικά αραιοκατοικημένες περιοχές.

Ο θυλακίνος είναι ένα από τα υποψήφια είδη για κλωνοποίηση καθώς και άλλα εγχειρήματα της μοριακής επιστήμης, μια και εξαφανίστηκε σχετικά πρόσφατα και διασώζονται πολλά καλοδιατηρημένα δείγματά του.



Στο βίντεο που ακολουθεί φαίνεται ο τελευταίος τίγρης της Τασμανίας σε αιχμαλωσία.