Παρασκευή, 17 Ιουνίου 2016

Deep Purple

Deep Purple
Το φαινόμενο των Deep Purple






Οι Deep Purple, το διάσημο μουσικό συγκρότημα, δημιουργήθηκε στο Χέρτφορντσαϊρ (Hertfordshire) το 1968. Μαζί με τους Led Zeppelin και τους Black Sabbath είναι ένα απ' τα πιο δημοφιλή χέβι μέταλ συγκροτήματα, παρόλο που οι Deep Purple αρνούνται να δηλώσουν ότι είναι χέβι μέταλ. Οι Deep Purple έχουν μπει στο Βιβλίο των Ρεκόρ Γκίνες ως το πιο θορυβώδες συγκρότημα και έχουν πουλήσει πάνω από 100.000.000 δίσκους, ενώ είναι ενεργοί ως συγκρότημα από το 1968 ως σήμερα, με μία οκταετή διακοπή από το 1976 μέχρι το 1984.
Οι Deep Purple ξεκίνησαν το 1968, με τον Ρίτσι Μπλάκμορ (κιθάρα), τον Τζον Λορντ (πλήκτρα), τον Ίαν Πέις (ντραμς), τον Ροντ Έβανς (φωνητικά) και τον Νικ Σίμπερ (μπάσο).[ Η αρχική τους ονομασία ήταν "Roundabout" και μετονομάστηκαν σε "Deep Purple" από ένα αγαπημένο τραγούδι της γιαγιάς του Ρίτσι Μπλάκμορ. Η πρώτη τους μεγάλη επιτυχία ήρθε με τη διασκευή στο κλασικό "Hush" του Τζο Σάουθ, το οποίο ανέβηκε στο χιτ 4 των αμερικανικών τσαρτ.

Το ντεμπούτο τους με το άλμπουμ  "Shades of Deep Purple" έφτασε στο # 24 στις Η.Π.Α. και το # 19 στον Καναδά και ήταν μία μίξη του hard rock της δεκαετίας του '60 με το ψυχεδελικό στυλ της εποχής. Το συγκρότημα ξεκίνησε την αμερικανική του περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, ανοίγοντας συναυλίες των Cream του Έρικ Κλάπτον αλλά μετά από μερικές εμφανίσεις η συνεργασία τους λύθηκε λόγω του μεγαλύτερου ενθουσιασμού που προκαλούσαν οι Deep Purple στο κοινό, σε σύγκριση με τους Cream οι οποίοι βρισκόταν στο τέλος της καριέρας τους.
Το The Book of Taliesyn (# 54 στις Η.Π.Α., # 48 στον Καναδά) συνέχισε στο ίδιο στυλ με το πρώτο τους άλμπουμ και περιείχε τις επιτυχίες "Kentucky Woman" (# 38 στις ΗΠΑ) και "River Deep – Mountain High" (# 53). Ο τρίτος τους δίσκος με τίτλο "Deep Purple" (#162 στις Η.Π.Α.) που ακολούθησε δε γνώρισε ανάλογη επιτυχία αλλά είναι ενδεικτικό ότι ο ήχος του συγκροτήματος άρχισε να σκληραίνει και να δείχνει τα άγρια σημάδια αυτού που επρόκειτο να επακολουθήσει. 







Το καλοκαίρι του 1969, η τριάδα των Μπλάκμορ, Λορντ και Πέις αποφάσισε την αλλαγή των Έβανς και Σίμπερ με τους Ίαν Γκίλαν στα φωνητικά και Ρότζερ Γκλόβερ στο μπάσο, μέλη των Episode Six, λόγω της υψηλότερης έντασης που ήθελαν στα φωνητικά του συγκροτήματος, χαρακτηριστικό βέβαια είναι το στοιχείο της φωνής του Ίαν Γκίλαν.
Πρώτη κυκλοφορία του ανανεωμένου συγκροτήματος ήταν το σινγκλ "Hallelujah", ενώ τον Δεκέμβριο του 1969, κυκλοφόρησε το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ "Concerto for Group and Orchestra". Η εν λόγω ηχογράφηση έγινε στο Royal Albert Hall του Λονδίνου στις 24 Σεπτεμβρίου 1969, σε συνεργασία με τη συμφωνική ορχήστρα του Λονδίνου και οδήγησε το συγκρότημα σε μία αρχική επιτυχία στα βρετανικά τσαρτ φτάνοντας στο # 26. Οι Deep Purple βρισκόταν συνεχώς σε περιοδεία και στα όποια διαλείμματα έβρισκαν, γυρνούσαν στο στούντιο για να ηχογραφήσουν το νέο τους δίσκο.


Στις αρχές του 1970 περιόδευσαν ανοίγοντας τις εμφανίσεις των Canned Heat. Τον Ιούνιο εκείνης της χρονιάς, κυκλοφόρησε το πρώτο, ηχογραφημένο σε στούντιο, άλμπουμ των Deep Purple με τους Γκίλαν και Γκλόβερ στη σύνθεση τους, φέροντας τον τίτλο "Deep Purple in Rock". Ο δίσκος γνώρισε πολύ μεγάλη επιτυχία στην Ευρώπη, φτάνοντας στο # 4 στη Μεγάλη Βρετανία όπου παρέμεινε για 68 εβδομάδες στα τσαρτ και στο # 1 στη Γερμανία, αν και γνώρισε πολύ μικρή επιτυχία στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Το "Deep Purple in Rock" συνοδευόταν από το σινγκλ "Black Night", την πρώτη μεγάλη ευρωπαϊκή επιτυχία του συγκροτήματος, αφού ανέβηκε στο Top-10 σχεδόν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες και την κορυφή των τσαρτ στην Αυστραλία. Περιείχε το θρυλικό κομμάτι "Child in Time" αλλά και τα εκρηκτικά "Speed King", "Flight of the Rat" και "Hard Lovin' Man". Για την προώθηση του δίσκου ξεκίνησαν μία μεγάλη περιοδεία η οποία πέρασε από Ευρώπη, Αμερική και Ωκεανία, καταλήγοντας στις 31 Ιουλίου του 1971, στο Σολτ Λέικ Σίτι των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι εμφανίσεις αυτές έκαναν γνωστούς τους Deep Purple για την εξαιρετική και άγρια σκηνική παρουσία τους, ιδιαίτερα όταν ο Ρίτσι Μπλάκμορ έσπασε την κιθάρα του στο "National Jazz And Blues Festival" του 1970.

Το καλοκαίρι του 1971 περιόδευσαν στη Βόρεια Αμερική ανοίγοντας τις εμφανίσεις των Small Faces και βραβεύθηκαν ως το δυνατότερο συγκρότημα του κόσμου από το Βιβλίο Γκίνες. Τον Σεπτέμβριο του 1971, κυκλοφόρησαν το "Fireball", το πρώτο # 1 για το βρετανικό συγκρότημα στην πατρίδα του, μαζί με το Top-10 σινγκλ "Strange Kind of Woman" το οποίο είχε κυκλοφορήσει μερικούς μήνες νωρίτερα. Ο δίσκος έγινε χρυσός στις Ηνωμένες Πολιτείες, και περιείχε τα πολύ δυνατά "Fireball" (#15 στη Μεγάλη Βρετανία), "No No No" και "Fools". Το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται και το πιο progressive rock άλμπουμ των Deep Purple της δεκαετίας του '70, κάτι που ταίριαζε στις προτιμήσεις του τραγουδιστή Ίαν Γκίλαν, αλλά όχι και σε αυτές του κιθαρίστα Ρίτσι Μπλάκμορ ο οποίος προτιμούσε ένα πιο βαρύ και ευθύ Hard rock ήχο.







Η αρχική περιοδεία για την προώθηση του "Fireball" κράτησε δύο μήνες με σκοπό το συγκρότημα να ξεκινήσει πρόβες για τον επόμενο δίσκο του, αφού δεν ήθελαν να περάσει ανάλογο διάστημα όπως αυτό ανάμεσα στους δύο προηγούμενους δίσκους τους. Για το σκοπό αυτό, ταξίδεψαν τον Δεκέμβριο του 1971, στο Μοντρέ της Ελβετίας, με το φορητό στούντιο ηχογραφήσεων των Rolling Stones. Κατά τη διάρκεια της διαμονής τους, θέλησαν να παρακολουθήσουν μία ζωντανή εμφάνιση του Frank Zappa στο καζίνο της περιοχής. Η συγκεκριμένη συναυλία είχε επεισοδιακό τέλος, αφού ένας οπαδός εκπυρσοκρότησε ένα όπλο με φωτοβολίδες και η οροφή του κτιρίου πήρε φωτιά, με αποτέλεσμα το κτίριο να καεί ολοσχερώς. Η συγκεκριμένη ιστορία αποτυπώνεται σε ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του συγκροτήματος, το "Smoke on the Water".



Το νέο άλμπουμ κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1972, με τίτλο "Machine Head". Ο δίσκος έφτασε στο # 1 στην Βρετανία, την Γερμανία, την Αυστραλία, τον Καναδά και σε αρκετές ακόμη χώρες, ενώ στις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεινε στα τσαρτ για 118 εβδομάδες και έχει βραβευθεί ως διπλά πλατινένιος. Το εν λόγω άλμπουμ περιείχε μεγάλες επιτυχίες όπως τα "Smoke on the Water", "Highway Star" και "Space Truckin" και θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα του είδους. Το αρχικό σινγκλ του δίσκου ήταν το τραγούδι "Never Before" το οποίο δε γνώρισε ανάλογη επιτυχία με τα προηγούμενα σινγκλ του συγκροτήματος αφού έφθασε μόλις στο # 35 στα βρετανικά τσαρτ. Η παρατεταμένη, όμως, επιτυχία του άλμπουμ οδήγησε το συγκρότημα να κυκλοφορήσει σε μορφή σινγκλ το "Smoke on the Water", το οποίο γνώρισε μεγάλη επιτυχία στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου σκαρφάλωσε στο # 4 και έγινε χρυσό, ενώ έφθασε στο # 2 στον Καναδά.

Μία πολύ μεγάλη περιοδεία ξεκίνησε, κατά το ιαπωνικό κομμάτι της οποίας ηχογραφήθηκε το ιστορικό ζωντανό διπλό άλμπουμ "Made in Japan" (# 16 στη Μεγάλη Βρετανία, # 1 στη Γερμανία και # 6 στις Η.Π.Α.), ένα από τα καλύτερα ζωντανά άλμπουμ όλων των εποχών. Οι ηχογραφήσεις έγιναν στην Οσάκα και το Τόκιο, στις 15, 16 και 17 Αυγούστου του 1972 και αρχικά, οι Deep Purple είχαν δεχθεί να κυκλοφορήσει ο δίσκος μόνο στην Ιαπωνία, με τίτλο "Live in Japan". Η εμπορική επιτυχία που παρουσίασε αλλά και ο μεγάλος αριθμός εισαγόμενων αντιτύπων από την Ιαπωνία προς την Ευρώπη και την Αμερική, ανάγκασε το συγκρότημα να κυκλοφορήσει τον δίσκο σε παγκόσμια κλίμακα, με αποτέλεσμα να γίνει πλατινένιος στις Ηνωμένες Πολιτείες και να βραβευθεί σε πολλές χώρες του κόσμου.






Τον Ιανουάριο του 1973, το συγκρότημα θέλησε να συντηρήσει την συνεχόμενη επιτυχία του, κυκλοφορώντας το τέταρτο στούντιο άλμπουμ τους από το 1970, με τίτλο "Who Do We Think We Are" (# 4 στη Μεγάλη Βρετανία και # 15 στις Η.Π.Α), το οποίο περιείχε την επιτυχία "Woman from Tokyo". Ο δίσκος έλαβε μέτριες κριτικές, αποτέλεσμα των τεταμένων σχέσεων και της ανεπαρκούς συνεργασίας του Ίαν Γκίλαν με τον Ρίτσι Μπλάκμορ. Ταυτόχρονα όμως, οι Deep Purple περιόδευαν συνεχώς σε παγκόσμια κλίμακα, ενώ κατά τη διάρκεια του 1973 υπήρξαν διαστήματα στα οποία τρεις δίσκοι του συγκροτήματος ("Machine Head", "Made in Japan" και "Who Do We Think We Are") βρισκόταν ταυτόχρονα στο αμερικανικό Top-100, με αποτέλεσμα οι Deep Purple να είναι το πρώτο συγκρότημα σε πωλήσεις δίσκων για εκείνο το έτος, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Οι διαμάχες μεταξύ του Ρίτσι Μπλάκμορ και του Ίαν Γκίλαν, τα προβλήματα αλκοολισμού του τελευταίου και ο κορεσμός μετά από τις συνεχείς περιοδείες και ηχογραφήσεις, οδήγησαν το καλοκαίρι του 1973 το δίδυμο Γκίλαν και Γκλόβερ σε αποχώρηση από τους Deep Purple, τη στιγμή που το συγκρότημα βρισκόταν στο απόγειο της δημοτικότητας τους έχοντας πουλήσει πάνω από 12 εκατομμύρια δίσκους μόνο το 1973, σύμφωνα με άρθρο του "New Yorker".


Αντικαταστάτες των Γκίλαν και Γκλόβερ, ήταν ο τραγουδιστής Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ και ο μπασίστας Γκλεν Χιούζ. Ο Χιουζ ήταν γνωστός από το προηγούμενο συγκρότημα του, τους Trapeze όπου έκανε και τα φωνητικά, ενώ για τον Κόβερντεϊλ έγιναν αρκετές δοκιμές, αφού μέχρι τότε είχε τραγουδήσει μόνο σε ερασιτεχνικό επίπεδο.
Τον Φεβρουάριο του 1974, κυκλοφόρησαν τον δίσκο "Burn", ο οποίος ανέβηκε στο # 3 των βρετανικών τσαρτ και το # 9 των αντίστοιχων αμερικανικών, αλλά και στο # 1 σε αρκετά ευρωπαϊκά τσαρτ. Μεγάλες επιτυχίες του εν λόγω δίσκου ήταν το ομώνυμο κομμάτι, το "Might Just Take Your Life" και το "Mistreated". Με τη νέα σύνθεση, οι Deep Purple εμφανίστηκαν στις 6 Απριλίου του 1974 ως πρώτο όνομα σε ένα μεγάλο φεστιβάλ στην Καλιφόρνια των Η.Π.Α., το "California Jam", μπροστά σε 250.000 θεατές και πάνω από τους Black Sabbath, Emerson, Lake and Palmer, Eagles και άλλους. Η συγκεκριμένη εμφάνιση, έχει αποτυπωθεί στο δίσκο "California Jamming", ο οποίος κυκλοφόρησε είκοσι χρόνια αργότερα. Από τις 3 μέχρι και τις 9 Απριλίου του 1974, οι Deep Purple έπαιξαν ζωντανά μπροστά σε συνολικό κοινό που υπερβαίνει τους 500.000 θεατές.

Τον Δεκέμβριο του 1974, κυκλοφόρησε το τελευταίο άλμπουμ πριν την αποχώρηση του Ρίτσι Μπλάκμορ με τίτλο "Stormbringer" (# 6 στη Βρετανία, # 20 στις Η.Π.Α.) με τα "Soldier of Fortune", "Hold On" και "Stormbringer" να ξεχωρίζουν. Η συνεχής προσθήκη τζαζ και φανκ στοιχείων στον ήχο τους, αλλά και ο εθισμός των Χιούζ και Κόβερντεϊλ στα ναρκωτικά, οδήγησαν τον Απρίλιο του 1975 το ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος, Ρίτσι Μπλάκμορ να αποχωρήσει και να δημιουργήσει το δικό του συγκρότημα με το όνομα Ritchie Blackmore's Rainbow. Αντικαταστάτης του ήταν ο Τόμι Μπόλιν, ο οποίος πριν ενταχθεί στους Deep Purple έπαιζε με τους Zephyr και τους James Gang.






Με την τελευταία αυτή προσθήκη, οι Deep Purple πρόλαβαν να κυκλοφορήσουν μόλις ένα δίσκο, το "Come Taste the Band", τον Οκτώβριο του 1975 (# 19 στη Βρετανία και # 43 στις Η.Π.Α.). Στις 15 Μαρτίου του 1976, οι Deep Purple έδωσαν την τελευταία τους συναυλία, στο Λίβερπουλ.[24] Ο λόγος της διάλυσης ήταν ότι ο εθισμός των Κόβερντεϊλ, Χιουζ και Μπόλιν στις ναρκωτικές ουσίες δημιουργούσε προβλήματα στις ζωντανές εμφανίσεις τους, κάτι που είναι φανερό στον ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο, "Last Concert in Japan". Λίγους μήνες μετά τη διάλυση του συγκροτήματος, ο κιθαρίστας Τόμι Μπόλιν βρέθηκε νεκρός από υπερβολική δόση, μετά την ζωντανή εμφάνιση του στο Μαϊάμι των Ηνωμένων Πολιτειών στις 4 Δεκεμβρίου 1976.
Μέχρι την επανένωση τους το 1984, τα μέλη του συγκροτήματος δημιούργησαν άλλα επιτυχημένα και μη συγκροτήματα. Ο Ίαν Γκίλαν δημιούργησε αρχικά το progressive συγκρότημα Ian Gillan Band, ηχογραφώντας τρία στούντιο και ένα ζωντανό άλμπουμ, χωρίς επιτυχία. Στη συνέχεια σχημάτισε τους επιτυχημένους Gillan σε Hard rock μονοπάτια, με πέντε Top-20 άλμπουμ και επτά Top-50 σινγκλ. Το 1983 τραγούδησε για το άλμπουμ "Born Again" των Black Sabbath, γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία.

Ο Ρίτσι Μπλάκμορ δημιούργησε τους Rainbow με τον τραγουδιστή Ρόνι Τζέιμς Ντίο, ενώ στη συνέχεια εντάχθηκαν στο συγκρότημα μουσικοί όπως ο Κόζι Πάουελ, ο Μπομπ Ντέισλι, ο Τζίμι Μπέην, ο Τόνι Κάρεϊ και ο Ντον Έρεϊ (μέλος των Deep Purple από το 2002 και έπειτα), ηχογραφώντας κάποια ιστορικά άλμπουμ όπως το "Rainbow Rising" του 1976 και το "Long Live Rock 'n Roll" του 1977, πριν ακολουθήσουν έναν πιο εμπορικό ήχο με τους Γκράχαμ Μπονέτ και Τζο Λιν Τέρνερ στα φωνητικά.

Ο Τζον Λορντ δημιούργησε μαζί με τον Τόνι Άστον και τον Ίαν Πέις τους Paice, Ashton & Lord, ηχογραφώντας το άλμπουμ "Malice in Wonderland" τον Μάρτιο του 1977. Αργότερα προσχώρησε στους Whitesnake του Ντέιβιντ Κόβερντεϊλ γνωρίζοντας μεγάλη επιτυχία με δίσκους όπως το "Ready an' Willing", το "Live...In the Heart of the City" και το "Come an' Get It", όπως και ο ντράμερ Ίαν Πέις, ο οποίος το 1982 αποχώρησε για να ενταχθεί στο συγκρότημα του Γκάρι Μουρ.
Ο Ρότζερ Γκλόβερ, αφού έκανε παραγωγή σε δίσκους των Nazareth, του Ρόρι Γκάλαχερ, των Judas Priest και των Status Quo, εντάχθηκε στους Rainbow του Ρίτσι Μπλάκμορ από το 1979 μέχρι το 1984. Ο Γκλεν Χιούζ ηχογράφησε το σόλο άλμπουμ "Play Me Out" και αργότερα, προσχώρησε στο συγκρότημα των Black Sabbath.
Από το 1976 ως το 1984, κυκλοφόρησαν διάφορες ζωντανές ηχογραφήσεις παλιότερων συναυλιών των Deep Purple ("Deep Purple in Concert", "Live in London") αλλά και επιτυχημένες συλλογές, όπως το "24 Carat Purple" (# 14 στην Βρετανία) και το "Deepest Purple" του 1980 που ανέβηκε στην κορυφή των βρετανικών τσαρτ και είναι πλέον πλατινένιο στις Ηνωμένες Πολιτείες.


Τον Απρίλιο του 1984, το θρυλικό χαρντ ροκ συγκρότημα επανενώθηκε στην πιο επιτυχημένη του μορφή, με την σύνθεση των Μπλάκμορ, Γκίλαν, Γκλόβερ, Λορντ και Πέις, κυκλοφορώντας το πλατινένιο "Perfect Strangers" (# 5 στη Βρετανία, # 17 στις Η.Π.Α.). Μετά από τρεις συναυλίες στο Περθ της Αυστραλίας κατά τις οποίες εμφανίστηκε μαζί τους και ο Τζωρτζ Χάρισον, πρώην κιθαρίστας των Beatles, ξεκίνησε η περιοδεία για την προώθηση του δίσκου, κατά την οποία οι Deep Purple έπαιξαν σε μεγάλα στάδια μπροστά σε εκατοντάδες χιλιάδες οπαδούς, φθάνοντας να είναι το δεύτερο πιο επιτυχημένο συγκρότημα σε έσοδα συναυλιών για το 1985, μετά τον Μπρους Σπρίνγκστιν.



Μέσα στο 1986, ηχογράφησαν το επόμενο άλμπουμ τους, το οποίο κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1987 με τίτλο "The House of Blue Light" (# 10 στη Βρετανία, # 1 στη Γερμανία, # 34 στις Η.Π.Α.), στο οποίο οι Deep Purple πειραματίστηκαν με διαφορετικούς ήχους στα πλήκτρα και synth κιθάρες. Στην περιοδεία του "The House of Blue Light" ηχογραφήθηκε το "Nobody's Perfect" (# 38 στη Βρετανία, # 105 στις Η.Π.Α.).
Το 1989, ο Ίαν Γκίλαν αποχώρησε για δεύτερη φορά από το συγκρότημα λόγω των ιδιαίτερα τεταμένων σχέσεων με τον Ρίτσι Μπλάκμορ. Αντικαταστάτης του αυτή τη φορά ήταν ο Τζο Λιν Τέρνερ (πρώην μέλος των Rainbow). Με τον Τέρνερ στα φωνητικά οι Deep Purple κυκλοφορήσαν το μέτριο "Slaves and Masters" (# 45 στη Βρετανία, # 23 στη Γερμανία, # 87 στις Η.Π.Α.) τον Οκτώβριο του 1990, το οποίο κατακρίθηκε λόγω της έντονης μελωδικότητας του. Μία παγκόσμια περιοδεία ξεκίνησε, κατά τη οποία υπήρξαν στιγμές που ο Τέρνερ αποδοκιμάστηκε.

Τον Αύγουστο του 1992, επανενώθηκε για δεύτερη φορά η κλασική σύνθεση του γκρουπ, λόγω της πίεσης που ασκήθηκε στον Μπλάκμορ από τα υπόλοιπα μέλη του συγκροτήματος. Τον Ιούλιο του 1993, κυκλοφόρησαν το "The Battle Rages On" (# 21 στη Βρετανία, # 5 στη Ιαπωνία) και στην επερχόμενη περιοδεία ηχογραφήθηκε το ζωντανό "Come Hell or High Water" (#29 στη Βρετανία, # 30 στην Ιαπωνία), για να ακολουθήσει η αποχώρηση του Ρίτσι Μπλάκμορ αυτή τη φορά, του οποίου τη θέση πήρε προσωρινά ο Τζο Σατριάνι. Με τον Σατριάνι στη σύνθεση τους, οι Deep Purple τελείωσαν την περιοδεία της προώθησης του "The Battle Rages On" και του πρότειναν να παραμείνει ως μόνιμο μέλος του συγκροτήματος, κάτι το οποίο αρνήθηκε λόγω της επιθυμίας του να συνεχίσει την προσωπική του καριέρα. Λίγους μήνες αργότερα, ο Στηβ Μορς, μέλος των Dixie Dregs, εντάχθηκε στο συγκρότημα και παραμένει ως σήμερα.


Η νέα σύνθεση των Deep Purple, με τον Ίαν Γκίλαν στα φωνητικά, τον Ρότζερ Γκλόβερ στο μπάσο, τον Στηβ Μορς στην κιθάρα, τον Τζον Λορντ στα πλήκτρα και τον Ίαν Πέις στα τύμπανα, ξεκίνησε τις ζωντανές εμφανίσεις της με μία περιοδεία στο Μεξικό,[40] στα τέλη Νοεμβρίου του 1994. Μέσα στο 1995, περιόδευσαν σε χώρες τις οποίες δεν είχαν επισκεφθεί στο παρελθόν, περνώντας από την Κορέα, τη Νότιο Αφρική μαζί με τους Uriah Heep,
όπως και την Ινδία, ενώ ηχογράφησαν τον επόμενο δίσκο τους.
Τον Φεβρουάριο του 1996, κυκλοφόρησαν το "Purpendicular" (#58 στη Βρετανία, # 3 στη Σουηδία) το οποίο περιείχε ένα από τα καλύτερα κομμάτια της νεότερης ιστορίας του συγκροτήματος, με τίτλο "Sometimes I Feel Like Screaming" και ξεκίνησαν μία πολύ μεγάλης κλίμακας παγκόσμια περιοδεία. Το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, κυκλοφόρησαν το ζωντανά ηχογραφημένο στο Παρίσι, "Live at the Olympia '96" Τον Μάιο του 1998, επανήλθαν με το άλμπουμ "Abandon" (#76 στη Βρετανία, # 16 στη Γερμανία). Το 1999, αποφάσισαν να επανεκτελέσουν το ιστορικό "Concerto for Group and Orchestra", του 1969. Σε δύο εμφανίσεις του συγκροτήματος, στις 25 και 26 Σεπτεμβρίου, οι Deep Purple μαζί με τον Ρόνι Τζέιμς Ντίο και άλλους μουσικούς έπαιξαν στο Royal Albert Hall του Λονδίνου, τα τρία movement της αρχικής σύνθεσης του "Concerto..." αλλά και άλλα τραγούδια τους. Η κυκλοφορία "Live at the Royal Albert Hall" αποθανάτισε την συγκεκριμένη εμφάνιση.






Το 2000, το συγκρότημα περιόδευσε στην Ευρώπη μαζί με την Ρουμάνικη Φιλαρμονική Ορχήστρα, στο πρώτο μισό της οποίας συνοδευόταν από τον Ρόνι Τζέιμς Ντίο. Η εμφάνιση τους στο Ρότερνταμ στις 30 Οκτωβρίου 2000 ηχογραφήθηκε και κυκλοφόρησε στο άλμπουμ "Live at the Rotterdam Ahoy". 
 Στις 1 Απριλίου 2001, έδωσαν μία φιλανθρωπικού τύπου συναυλία στην Μπανγκαλόρ της Ινδίας, για τα θύματα του σεισμού που είχε γίνει δύο μήνες νωρίτερα, στις 26 Ιανουαρίου. Το καλοκαίρι του 2001 περιόδευσαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μαζί με τους Lynyrd Skynyrd και τον Τεντ Νούτζεντ, ενώ στις 29 Μαΐου 2001 εμφανίστηκαν στην συναυλία του Λουτσιάνο Παβαρόττι στην Μόντενα της Ιταλίας, όπου ο Ίαν Γκίλαν τραγούδησε μαζί του το "Nessun Dorma" και το συγκρότημα έπαιξε το "Smoke on the Water".
Το 2002, επέστρεψαν στην Μεγάλη Βρετανία για μία περιοδεία η οποία διακόπηκε λόγω μόλυνσης του Ίαν Γκίλαν και ξεκίνησε και πάλι τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς.




Το 2002, ο Ντον Έρεϊ αντικατέστησε τον Τζον Λορντ στα πλήκτρα, μετά από επιθυμία του τελευταίου, με τους δύο κιμπορντίστες να μοιράζονται την σκηνή κατά την ευρωπαϊκή περιοδεία του συγκροτήματος. Στις 7 Σεπτεμβρίου 2002, κατά την εμφάνιση των Deep Purple στο "Hammersmith Apollo" του Λονδίνου, οι Μπρους Ντίκινσον, Τζάνικ Γκερς και Νίκο Μακ Μπρέιν των Iron Maiden ανέβηκαν στη σκηνή για να παίξουν το "Smoke on the Water".
Με τη νέα σύνθεση, κυκλοφόρησαν το "Bananas" τον Σεπτέμβριο του 2003 (# 3 στη Γερμανία, # 2 στην Ελλάδα, #85 στη Βρετανία) και περιόδευσαν στις αρχές του 2004 με τους Thin Lizzy στην Βόρεια Αμερική. Μέσα στη χρονιά εμφανίστηκαν ζωντανά στην Άπω Ανατολή και την Ωκεανία, με καλλιτέχνες όπως οι Rose Tattoo, Τζο Σατριάνι, Thunder Και Πίτερ Φράμπτον να ανοίγουν τις εμφανίσεις τους.
Μετά από μία συναυλία στην Ελβετία στις 3 Μαρτίου 2005, οι Deep Purple μεταφέρθηκαν στο Λος Άντζελες για την ηχογράφηση του επόμενου τους δίσκου. Στις 1 Νοεμβρίου 2005 κυκλοφόρησε το "Rapture of the Deep" (#81 στη Βρετανία, # 10 στη Γερμανία), ένα από τα πιο progressive άλμπουμ του συγκροτήματος.

Η περιοδεία για την προώθηση του "Rapture of the Deep" διήρκεσε από τον Ιανουάριο του 2006 μέχρι το Μάιο του 2011 με το συγκρότημα να δίνει 385 συναυλίες. Η περιοδεία ψηφίστηκε ως η έκτη καλύτερη του 2007 από τους ακροατές του βρετανικού "Planet Rock Radio", ενώ εμφανίστηκαν ως πρώτο όνομα στο φεστιβάλ "Monsters of Rock" του 2006 μαζί με τους Άλις Κούπερ, Journey, Queensrÿche, κ.α., στο φεστιβάλ "Fête de l'Humanité 2009" στη Γαλλία μπροστά σε 100.000 θεατές,  στο φεστιβάλ τζαζ του Μοντρέ στην Ελβετία το 2006 και το 2008, και το φεστιβάλ "Rock Over The Volga" στη Σαμάρα της Ρωσίας μπροστά σε 200.000 οπαδούς, το μεγαλύτερο κοινό μπροστά στο οποίο έπαιξαν από το "California Jam" το 1974.
Ζωντανές ηχογραφήσεις του συγκροτήματος που κυκλοφόρησαν κατά την περιοδεία του "Rapture of the Deep" ήταν τα "Live at Montreux 2006" (2007) και "Live at Montreux 2011" (2011).

Τον Ιούνιο του 2011, οι Deep Purple περιόδευσαν για πρώτη φορά μετά από τέσσερα χρόνια στις Ηνωμένες Πολιτείες, με την περιοδεία "The Songs That Built Rock", στην οποία συμμετείχε και μία 38μελής ορχήστρα. Η περιοδεία συνεχίστηκε στην Ευρώπη τον Ιούλιο του ίδιου έτους και τον Οκτώβριο μεταφέρθηκε στη Νότια Αμερική. Η πολύ μεγάλη αυτή περιοδεία, συνεχίστηκε το χειμώνα του 2011 στην Ευρώπη και το Φεβρουάριο του 2012 στον Καναδά, για να ολοκληρωθεί με ένα πολύ μεγάλο ευρωπαϊκό κομμάτι, το οποίο ξεκίνησε στις 24 Οκτωβρίου στην Εκατερίνμπουργκ της Ρωσίας και τελείωσε στις 10 Δεκεμβρίου στο Κλερμόντ της Γαλλίας.

Ο θάνατος του Τζον Λορντ και το Now What
Στις 16 Ιουλίου του 2012, ο Τζον Λορντ απεβίωσε λόγω καρκίνου στο πάγκρεας. Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς το συγκρότημα ηχογράφησε τον επόμενο δίσκο του, ο οποίος είναι αφιερωμένος στο Λορντ. Η ανακοίνωση του δίσκου έγινε ταυτόχρονα με την ανάρτηση μιας σελίδας στο διαδίκτυο η οποία έκανε αντίστροφη μέτρηση για την ημέρα κυκλοφορίας του δίσκου. Στις 26 Φεβρουαρίου 2013, ανακοινώθηκε ότι ο τίτλος του νέου δίσκου θα ήταν "Now What?!" και η επίσημη κυκλοφορία του στις 30 Απριλίου 2013, αν και στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες κυκλοφόρησε στις 26 και 29 Απριλίου. Ένα μήνα νωρίτερα, κυκλοφόρησαν το πρώτο τους σινγκλ από το τραγούδι "Rapture of the Deep" του 2005, με τίτλο "Hell to Pay" μαζί με το κομμάτι "All the Time in the World". Ο δίσκος σκαρφάλωσε στην κορυφή των τσαρτ στην Γερμανία, την Τσεχία, την Αυστρία και τη Νορβηγία, ενώ μπήκε στο Top-20 των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών, συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Βρετανίας.


Ο Ίαν Γκίλαν και ο Στηβ Μορς στο Wacken Open Air 2013
Στις 21 Φεβρουαρίου, οι Deep Purple ξεκίνησαν την παγκόσμια περιοδεία τους από το Ντουμπάι και συνέχισαν με έξι συναυλίες στην Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία.  Μετά την εμφάνιση τους στη Σιγκαπούρη στις 12 Μαρτίου 2013, έκαναν μία παύση για ενάμισι μήνα, με την περιοδεία να συνεχίζεται στην Ευρώπη ξεκινώντας από το Ισγκλ της Αυστρίας στις 30 Απριλίου. Ακολούθησαν εμφανίσεις σε όλη την Ευρώπη από τον Ιούνιο μέχρι το Νοέμβριο του 2013, ενώ το 2014 συνέχισαν με εμφανίσεις στην Ευρώπη, την Ιαπωνία και την Βόρεια Αμερική.

Στις 11 Ιουνίου 2014, ο Ίαν Γκίλαν δήλωσε ότι το συγκρότημα δουλεύει πάνω σε νέα κομμάτια σε στούντιο στο Αλγκάρβε της Πορτογαλίας. Παράλληλα, περιόδευσαν στη Νότια Αμερική το Νοέμβριο του 2014 και στο Μεξικό από τις 27 Μαΐου μέχρι τις 7 Ιουνίου 2015.  Μέσα στο καλοκαίρι που ακολούθησε πραγματοποίησαν άλλη μια περιοδεία στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, ολοκληρώνοντας την χρονιά με εμφανίσεις στην κεντρική Ευρώπη και τελευταία για το 2015 στο O2 Arena του Λονδίνου.

Την ίδια περίοδο, έγινε γνωστό ότι το συγκρότημα θα ξεκινήσει τις ηχογραφήσεις του διαδόχου του "Now What?!" στις αρχές του 2016.







Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2016

Golden lancehead

Ο ΧΡΥΣΟΣ ΒΟΘΡΑΚΑΣ

Golden lancehead 





Αν υπήρχε τρόπος να επισκεφτείτε το νησί Ilha de Queimada Grande, που βρίσκεται 20 μίλια από τις ακτές του Σάο Πάολο, στη Βραζιλία, τότε θα γνωρίζατε από κοντά το ποιό σπάνιο αλλά και ίσως το ποιό επικίνδυνο φίδι του πλανήτη αν και πιστεύω πως δεν θα θέλατε ποτέ να κάνετε κάτι τέτοιο.
Πολλοί χαρακτηρίζουν το νησί αυτό σαν το σπίτι της οχιάς golden lancehead ή ως χρυσό βόθρακα όπως των αποκαλούν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών και κατοικείται από τα τέσσερις χιλιάδες πιο θανατηφόρα φίδια του κόσμου. Μπορούν να πιάσουν πουλιά στον αέρα και να τα σκοτώσουν με το δηλητήριο τους, που είναι ικανό να λιώσει ακόμη και την ανθρώπινη σάρκα.






Το νησί θεωρείται τόσο επικίνδυνο, που έχει απαγορευτεί κάθε επίσκεψη από την κυβέρνηση της Βραζιλίας. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι δεν υπήρχαν άνθρωποι στο παρελθόν, που τόλμησαν και αποφάσισαν να το επισκεφθούν.
Πρόκειται για ένα νησί 430 χιλιάδων τετραγωνικών μέτρων, που αποτελεί το μοναδικό σημείο της Γης όπου κατοικεί η Bothrops insularis, γνωστή ως χρυσή οχιά. Ίσως, αυτό είναι και καλό, αφού θεωρείται η πιο δηλητηριώδης οχιά του κόσμου.






Στο νησί δεν πηγαίνουν συχνά επισκέπτες. Εξαίρεση αποτελούν ορισμένοι ερευνητές, στους οποίους δίνεται ειδική άδεια μία φορά τον χρόνο, για να μελετήσουν τα φίδια. Επίσης, κάποιες φορές πλησιάζει το βραζιλιάνικο ναυτικό, που φτάνει μέχρι τον αυτόνομο φάρο, ο οποίος χτίστηκε το 1909, πριν δηλαδή απαγορευτούν οριστικά οι επισκέψεις.
Δεν είναι σπάνια τα περιστατικά, βέβαια, με λαθροκυνηγούς, που προσπαθούν να πιάσουν μια χρυσή οχιά. Αρκεί μια για να κερδίσουν περίπου τριάντα χιλιάδες δολάρια, αν την πουλήσουν στην μαύρη αγορά.






Αυτό που αποτελεί, όμως, ακόμα μυστήριο είναι ο λόγος για τον οποίο οι οχιές έγιναν τόσο θανατηφόρες. Άλλωστε, δεν διαφέρουν και σημαντικά από τα “αδέλφια” και “ξαδέλφια” τους, που βρίσκονται στην ηπειρωτική χώρα.
Η επικρατέστερη θεωρία λέει ότι πριν από έντεκα χιλιάδες χρόνια η στάθμη της θάλασσας ανέβηκε, με αποτέλεσμα να χωρίσει το νησί από τη Βραζιλία. Έτσι τα φίδια απομονώθηκαν στο Ilha de Queimada Grande, με λίγες πηγές τροφής και βασικότερη από αυτές τα αποδημητικά πουλιά.






Το πρόβλημα, που πιθανόν είχαν, ήταν ότι το δηλητήριο δεν ήταν τόσο ισχυρό, γι' αυτό ακόμα και μετά το δάγκωμα, τα πουλιά είχαν χρόνο να πετάξουν για λίγες μέρες. Για να εξασφαλίσουν, λοιπόν, την τροφή τους, τα φίδια εξελίχθηκαν, αναπτύσσοντας ένα ισχυρότερο δηλητήριο που σκότωνε το θήραμά τους σχεδόν αμέσως.
Τελικά, κατέληξε το δηλητήριο τους να είναι πέντε φορές πιο δυνατό από των υπόλοιπων φιδιών και να μπορεί να λιώσει ακόμη και την ανθρώπινη σάρκα. 
Πριν το νησί τεθεί εκτός ορίων, υπήρχαν διάφορες ιστορίες ανθρώπων που υπέκυψαν στα θανατηφόρα αρπακτικά. Μια από αυτές μιλά για έναν ψαρά που είδε τις μηχανές της βάρκας του να χαλάνε.
Το κύμα τον παρέσυρε στο νησί και εκείνος αποπειράθηκε να βγει από τη βάρκα, γνωρίζοντας τους κινδύνους που έκρυβε. Όταν βρέθηκε η βάρκα του, εκείνος ήταν κοντά της, νεκρός και όλο του το σώμα ήταν γεμάτο από δαγκωματιές.
Ακόμα και το όνομα του νησιού εξηγεί την ιστορία του. Περίπου μεταφράζεται ως το νησί της φωτιάς και αυτό επειδή προσπάθησαν να δημιουργήσουν εκεί μια φυτεία μπανάνας, αλλά χωρίς καμία απολύτως επιτυχία.

Η Παγκόσμια Ένωση Προστασίας της Φύσης έχει εντάξει τα φίδια αυτά στην Κόκκινη Λίστα, που σημαίνει ότι αποτελούν είδος υπό εξαφάνιση. Ακόμα, βέβαια, υπάρχουν χιλιάδες φίδια πάνω στο νησί, αλλά αν δεν είχε γίνει η κίνηση αυτή, τότε θα κινδύνευαν περισσότερο από τους λαθροκυνηγούς.