Τετάρτη 24 Ιουλίου 2019

Βατικανό

Βατικανό
ευρωπαϊκό κράτος και έδρα της Παπικής Εκκλησίας.
Η μικρότερη χώρα του κόσμου!



Η πόλη του Βατικανού, ένα από τα ευρωπαϊκά κρατίδια, είναι τοποθετημένη στο Λόφο του Βατικανού στο βορειοδυτικό μέρος της Ρώμης, δυτικά του ποταμού Τίβερη. Τα σύνορά της (3,2 χλμ. συνολικά, όλα με την Ιταλία) ακολουθούν περιμετρικά τα τείχη της πόλης, κατασκευασμένα για να προστατεύουν τον πάπα από εξωτερική επίθεση. Η κατάσταση είναι πιο σύνθετη στη διάσημη πλατεία του Αγίου Πέτρου μπροστά από την ομώνυμη Βασιλική, όπου το ακριβές σύνορο είναι η μέση της στρογγυλής περιοχής που περιβάλλεται από τις στήλες του Μπερνίνι. Είναι το μικρότερο κυρίαρχο κράτος στον κόσμο με επιφάνεια 0,44 τ.χλμ. (108,7 στρέμματα).




Ταξιδεύουμε στη Ρώμη για να γνωρίσουμε την "ιερή πόλη" των ρωμαιοκαθολικών. 
Το Βατικανό είναι ανεξάρτητο κράτος στη δυτική πλευρά της πόλης της Ρώμης στην Ιταλία και αποτελεί συνέχεια του εκκλησιαστικού (ή και παπικού) κράτους του Μεσαίωνα. Ιδρύθηκε στις 11 Φεβρουαρίου του 1929 με τη Συνθήκη του Λατερανού κατά την διάρκεια του Φασιστικού καθεστώτος του Μουσολίνι. Χαρακτηρίζεται ως το μικρότερο ανεξάρτητο κράτος, ως προς την έκταση του (0,44 τετρ. χλμ.) και τον πληθυσμό του (σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2009 αριθμεί 826 ανθρώπους). Στο Βατικανό εδρεύει η Αγία Έδρα, που αποτελεί το πνευματικό και διοικητικό κέντρο της Καθολικής Εκκλησίας. Η εκλογή του Πάπα γίνεται από κονκλάβιο καρδιναλίων, οι οποίοι είναι ηλικίας κάτω των 80 ετών.




1Το Βατικανό αποτελεί ανεξάρτητο κράτος.
2Χρησιμοποιείται για επίσημους σκοπούς. Τα ιταλικά είναι η κύρια γλώσσα που χρησιμοποιείται.
Η Εθνική εορτή είναι η 13η Μαρτίου, ημερομηνία εκλογής (2013) του νέου Ποντίφικα. Το Βατικανό είναι η μοναδική χώρα στον δυτικό κόσμο, (μαζί με τις Φιλιππίνες παγκοσμίως), όπου απαγορεύεται το διαζύγιο.




Α΄ Περίοδος: μέχρι το 590

Το Παπικό ή Ποντιφικό κράτος (Stato Pontificio) υπήρξε κράτος της κεντρικής Ιταλίας υφιστάμενο από τον Η΄ μέχρι τον ΙΘ΄ αιώνα, ιδρυθέν ως "κοσμική" κυριαρχία των Παπών, με κέντρο και πρωτεύουσα τη Ρώμη. Κατείχε μεγάλες εκτάσεις κατά διάφορες εποχές με τόση συχνή μεταβολή που ιστορικά δεν έχει συμβεί σε κανένα άλλο κράτος, οφειλόμενο κυρίως στην έλλειψη επαρκών υπερασπιστών. Δεν έχει ακόμη ιστορικά εξακριβωθεί η απαρχή της κοσμικής αυτής εξουσίας.




Υποστηρίχθηκε ότι ο αυτοκράτορας Μέγας Κωνσταντίνος ήταν εκείνος που πρώτος παραχώρησε την "κοσμική" αυτή εξουσία με εδαφική δωρεά. Τούτο απεδείχθη εφεύρημα όμως του Ισπανού ιερέα Ισίδωρου Μερκάτορ, το οποίο όμως από τον ΙΒ΄ αιώνα αμφισβήτησαν οι Βενεδικτίνοι και περί τα μέσα του ΙΕ΄ αιώνα απέδειξε ως μέγα ψεύδος ο Λαυρέντιος Βάλλα. Ακόμα δε και οι εδαφικές δωρεές που φέρονται ότι έκαναν προς τον Πάπα ο Πιπίνος ο Βραχύς και ο Κάρολος ο Μέγας, χωρίς αυθεντικό σχετικό έγγραφο να πιστοποιούνται, φαίνεται να ήταν προφορικές παραχωρήσεις πιθανώς για βραχύ χρονικό διάστημα. Εκείνο όμως που ιστορικά είναι εξακριβωμένο είναι ότι οι Φράγκοι βασιλείς πράγματι παραχώρησαν κάποιες κοσμικές εξουσίες στους Πάπες, όχι όμως και την απόλυτη κυριαρχία και ανεξαρτησία των υπ΄αυτών εδαφών των.




Η κοσμική εξουσία των Παπών οφείλεται κυρίως στην πρωτεύουσα θέση που κατέλαβαν με τον καιρό στη Δυτική Εκκλησία. Στην αρχή ο τίτλος του Πάπα δεν παρείχε κανένα πρωτείο. Λόγω όμως του ότι η Ρώμη ήταν πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας, ο εδρεύων σε αυτή επίσκοπος προσλάμβανε αυτοδίκαια πρωτεύουσα θέση μεταξύ των άλλων επισκόπων. Το πρωτείο αυτό ενισχυόταν και από την αμφίβολη παράδοση ότι οι Πάπες ήταν διάδοχοι του Αποστόλου Πέτρου, που ο θρύλος ήθελε να έχει μεταβεί στη Ρώμη και να έχει μαρτυρήσει εκεί.




Το 381 ο Αυτοκράτορας Γρατιανός παραχώρησε στον Πάπα της Ρώμης το δικαίωμα να δικάζει τις μεταξύ των επισκόπων διαφορές. Το 452 ο Πάπας Λέων Α΄ σταλείς από τον Αυτοκράτορα Βαλεντιανό Γ΄ προς τον Αττίλα κατάφερε με την ηθική πειθώ του να αποτρέψει επίθεση του Αττίλα του Ούνου εναντίον της Ρώμης. Μετά την παύση των Αυτοκρατόρων της Δύσεως, οι Πάπες ανέλαβαν ως μεσάζοντες μεταξύ λαού και βαρβάρων βασιλέων.

Όταν ο Ιουστινιανός προσάρτησε εκ νέου την Ιταλία στην αυτοκρατορία του το 554, οι Πάπες βρέθηκαν να έχουν μεγάλες εδαφικές εκτάσεις και πλούτη, που προέρχονταν από δωρεές πιστών, είχαν συγκεντρώσει δύναμη πολύ μεγαλύτερη των Βυζαντινών Εξάρχων. Μετά τη λομβαρδική κατάκτηση (568) η έδρα της Βυζαντινής Εξαρχίας μεταφέρθηκε από τη Ρώμη στη Ραβέννα. Ο Πάπας εναπομείνας στη Ρώμη επεβλήθη στη συνείδηση των Ιταλών ως κύριος της Ρώμης επισκιάζοντας και αυτήν την εξουσία του Δούκα που κυβερνούσε εν ονόματι της Αυτοκρατορίας στη Ρώμη και τη γύρω περιοχή, που αργότερα επονομάστηκε «κληρονομία ή κλήρος του Αγίου Πέτρου» (Patrimomium Sancti Petri).




Β΄ Περίοδος: 590-860

Ο Πάπας Γρηγόριος Α΄ επιλεγόμενος Μέγας (590 – 604) υπήρξε ο κύριος οργανωτής της ρωμαϊκής εκκλησίας και διαπραγματευόταν με τους Λομβαρδούς ως απόλυτος κύριος. Αργότερα το εναντίον των εικόνων "έδικτον2 του Αυτοκρ. Λέοντος του Ισαύρου (726) έφερε ως αφορμή τον Πάπα Γρηγόριο Β΄ να επαναστατεί και να αποσπά τις τελευταίες Βυζαντινές Κτήσεις, ιταλικές επαρχίες, μεταξύ των οποίων και την Ρώμη, λαμβάνοντας τον τίτλο του πατρός της ρωμαϊκής δημοκρατίας εκλεγόμενος απευθείας υπό του κλήρου και των πολιτών.




Βρίσκοντας την ευκαιρία οι Λομβαρδοί αρχίζουν συνεχείς επιδρομές. Έτσι οι Πάπες ζητούν την βοήθεια των Φράγκων. Ο Πιπίνος ο Βραχύς, στεφθείς Βασιλεύς των Φράγκων υπό του Πάπα Στεφάνου Β΄ και ονομασθείς παρ΄αυτού «πατρίκιος της Ρώμης» διελθών δις τις Άλπεις 754 κ΄756 κατέπνιξε τις απόπειρες των Λομβαρδών κατακτήσας το εξαρχάτο της Ραβέννης παραχώρησε εις τον Πάπα κάποιες πόλεις επί των οποίων όμως διατήρησε την πολιτική Ηγεμονία (756). Αργότερα σε νέα απόπειρα των Λομβαρδών ο Πάπας Ανδριανός ο Α΄ αναγκάσθηκε να επικαλεσθεί τον Κάρολον τον Μέγα όστις και κατέλυσε το κράτος των Λομβαρδών, ένωσε εις τον τίτλο του Βασιλέως των Φράγκων και τον του Βασιλέως των Λομβαρδών και ανανέωσε την από του πατρός του γενομένη προς τον Πάπα εδαφική δωρεά (774).

Το 781 ο Κάρολος ο Μέγας αφού κατέκτησε την κεντρ. Ιταλία μέχρι τον ποταμό Γκαριλιάνο ίδρυσε το Βασίλειο της Ιταλίας συμπεριλαμβάνοντας την Ρώμη μετά των παπικών κτήσεων, παραχωρήσας αυτό στον υιό του, Πιπίνο. Τότε ο Πάπας Λέων ο Γ΄ σε ένδειξη υποταγής, απέστειλε στον Κάρολο «τας κλείδας του τάφου του Αποστόλου Πέτρου» (795). Αργότερα σε στάση εναντίον του ο Πάπας Λέων Γ΄ ξανακαλεί τον Κάρολο, ο οποίος και τον αποκατέστησε στην έδρα του. Ο Πάπας Λέων ευγνωμονών στις 25 Δεκεμβρίου 800 έχρισε τον Κάρολο τον Μέγα, Αυτοκράτορα του Ρωμαϊκού κράτους και ο οποίος στη συνέχεια αύξησε κατά πολύ την εξουσία του Πάπα όχι όμως και την διακυβέρνηση των υπό τον Πάπα χωρών. Αυτή η "κοσμική" εξουσία του Πάπα, μη σαφώς καθορισθείσα – επί τούτου για να αυξάνεται – δεν διατηρήθηκε στην επακολουθείσα αναρχία εκ της διάλυσης της καρολιγγείου αυτοκρατορίας.




Γ΄ Περίοδος: 860-1254

Ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας
Από της εποχής του Πάπα Αδριανού Β΄ (867) η εκλογή των Παπών εγένετο υπό μόνου του κλήρου, περιοριζόμενος ο λαός μόνο στη επικύρωση. Ο Αρχιεπίσκοπος του Μιλάνου, αντίπαλος του ποντίφικα της Ρώμης, διεκδικούσε υπέρ αυτού το δικαίωμα της στέψης των Βασιλέων. Ο Αρχιεπίσκοπος της Ραβέννας διετείνετο ότι και αυτός είχε τα αυτά δικαιώματα επί της Ρωμανίας με εκείνα του Πάπα επί της Ρώμης και της περιοχής. Έτσι οι διάφοροι Ιταλοί Ηγεμόνες αλλά και φεουδάρχες στις μεταξύ τους έριδες και πολέμους αύξαναν διαρκώς τις κτήσεις τους εις βάρος του Ποντιφικού κράτους με αποτέλεσμα η «Αγία Έδρα» να αποβαίνει συνεχώς λεία των τότε φατριών. Ο Πάπας Στέφανος Στ΄, που έφθασε στο σημείο να ξεθάψει τον Πάπα Φορμόζη για να τον δικάσει, εφονεύθει στραγγαλιστείς μέσα στη φυλακή που είχε εγκλεισθεί από τους αντιπάλους του.

Το 962 με την ανασύσταση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπό του Όθωνος του Μεγάλου Βασιλέως της Γερμανίας, τον οποίο είχε καλέσει ο Πάπας Ιωάννης ΙΒ΄ κατά του Βερεγγαρίου Β΄ Βασιλέως της Ιταλίας, κατέστησε την Αγία Έδρα και σχεδόν ολόκληρη την Ιταλία γερμανική κτήση. Το 1059 ο Πάπας Νικόλαος Β΄ απεφάσισε η εκλογή των Παπών εις το εξής να γίνεται υπό μόνο των Καρδιναλίων, ο δε Πάπας Γρηγόριος Ζ΄ (1073) καθόρισε στο μέλλον η εκλογή των Παπών να μην επικυρώνεται από τον Αυτοκράτορα. Η απόφαση αυτή δημιούργησε σειρά αγώνων μεταξύ Αυτοκρατόρων και Παπών δημιουργώντας το περίφημο ζήτημα της «αμοιβαίας επικύρωσης» της εκλογής. Δηλ. ενώ οι Αυτοκράτορες ζητούσαν το δικαίωμα να επικυρώνουν την εκλογή των Παπών, οι Πάπες διεκδικούσαν το δικαίωμα να επικυρώνουν και αυτοί, δια της υπ΄αυτών στέψης, την εκλογή των Αυτοκρατόρων. Κατά τους αγώνες αυτούς οι Πάπες απέκτησαν μεγάλη "κοσμική" εξουσία που έφθασε στο σημείο της ταπεινώσεως του Αυτοκράτορα Ερρίκου Δ΄ στην Κανόσσα το 1077.




Δ΄ Περίοδος: 1254-1789

Μετά την κατάλυση της Γερμανικής κυριαρχίας στην Ιταλία (1254) οι Πάπες προσέγγισαν τους Φράγκους Βασιλείς της Γαλλίας. Με την επερχόμενο σχίσμα της Δύσης και της εγκατάστασης των Παπών στην Αβινιόν της Γαλλίας το Ποντιφικό κράτος είχε εξαφανισθεί.

Μετά την άρση του σχίσματος (1417), και την ένωση των Παπών επί Πάπα Νικολάου Ε΄ το Ποντιφικό κράτος αναστηθεί ως ένα των πολλών κρατιδίων της κατετμημένης Ιταλίας. Από αυτής της περιόδου το Ποντιφικό κράτος απώλεσε τον γενικότερο πρότερο χαρακτήρα του παραμένον ως απλό κοσμικό κράτος. Αποτελείτο δε από του «κλήρου του Αγ. Πέτρου», τμήματος του Δουκάτου του Σπαλέτο, των Μαρινών, της Ρομανίας και των κτήσεων του Μπενεβέντο και της Αβινιόν. '

Επί Πάπα Ιουλίου Β΄ προσαρτήθηκε η Περουγία και η Βολωνία. Επί Πάπα Λέοντος Γ΄ το Ποντιφικό κράτος κατέλαβε το Δουκάτο του Ουρμπίνο, το Πέζαρο και την Σινιγκάλια. Με την πώληση όμως των περίφημων «συχωροχαρτιών» ξέσπασε το κίνημα των «μεταρρυθμίσεων» το οποίο και κατέληξε στην απόσπαση μεγάλου μέρους της Ευρώπης από την Καθολική Εκκλησία και την επιρροή του Πάπα. Τότε το Ποντιφικό κράτος αρχίζει σφοδρούς αγώνες κατά των διαμαρτυρομένων κρατών.

Με την έκρηξη της Γαλλικής Επανάστασης το 1789 που ακολούθησε κατάσχεση των εκκλησιαστικών κτημάτων, κατάργηση των προνομίων του κλήρου και κατάληψη παπικών εδαφών (Αβινιόν και Βεβεσόν) ο Πάπας υποχρεώθηκε να στραφεί υπέρ των εχθρών της Επανάστασης.




Ε' Περίοδος: 1789-1849

Τα ιταλικά κράτη το 1796, ανάμεσα τους με κίτρινο και οι Παπικές πολιτείες
Με την προέλαση όμως των γαλλικών στρατευμάτων στην Ιταλία τα διάφορα τμήματα του Ποντιφικού κράτους επαναστάτησαν και απέβησαν γαλλικές επαρχίες, η δε Ρώμη ανακηρύχθηκε Δημοκρατία (1798). Ο Πάπας Πίος Ζ΄ που είχε συνάψει κονκορδάτο με τον Ναπολέοντα (1801) και τον είχε στέψει και Αυτοκράτορα (1804) δεν άργησε να έλθει σε ρήξη με αυτόν με αποτέλεσμα την απώλεια του Μπενεβέντο και του Πόντε Κόρβο (1806), τις επαρχίες των Μαρινών και το υπόλοιπο των εδαφών του Ποντιφικού κράτους (1808) τα οποία έγιναν γαλ. νομοί. Ο δε Πάπας Πίος Ζ΄ εξορίστηκε στη Σαβόνα όπου μετά την πτώση του Ναπολέοντα (1814) επανήλθε στη Ρώμη και το Συνέδριο της Βιέννης απέδωσε πάντα τα εδάφη που αποτελούσαν το πριν της Γαλλικής Επανάστασης Ποντιφικό κράτος εκτός της Φεράρας (αριστ. του ποτ. Πάδου) που περιήλθε στην Αυστρία.

Η κοσμική όμως εξουσία των Παπών που ακολούθησε υπήρξε αντιδραστικότατη, οι κατασχέσεις, φυλακίσεις, εξορίες, φόνοι και παντός είδους καταπιέσεις προκάλεσαν σφοδρές αντιδράσεις, συνωμοσίες ακόμη και απόπειρες επαναστάσεων. Ένεκα αυτών οι Πάπες στηρίζονταν στις αυστριακές λόγχες. Κατά την εκλογή του Πάπα Γρηγορίου ΙΣΤ΄ εξερράγησαν επαναστάσεις στη Βολονία, Ρομανία, Μαρίνες και Ουμβρία οι οποίες και καταπνίγηκαν υπό των αυστριακών στο αίμα Μετά την επανάσταση του 1848 και την πτώση της Ρωμαϊκής δημοκρατίας (1849) η κατάσταση παρέμενε ίδια.




ΣΤ΄ Περίοδος: 1849-1870

Μετά την γαλλο-σαρδηνική συμμαχία και την ήττα της Αυστρίας στη Μελέντα που γενικεύθηκε η κίνηση των διαφόρων περιοχών της Ιταλίας για ένωσή τους με τον Οίκο της Σαβοΐας, επαναστάτησαν εκ νέου η Βολονία (Μπολόνια, η Ρομανία, οι Μαρίνες και η Ουμβρία που και πάλι πνίγηκαν στο αίμα από τους Ελβετούς μισθοφόρους με φοβερές σφαγές 20 Ιουνίου και 21 Ιουνίου 1857 στην Περουγία (Περούτζια).

Στις 22 Μαρτίου 1860 η Βολονία και η Ρομανία με δημοψήφισμα κηρύχθηκαν υπέρ της ένωσής των με το υπό τον Βασιλέα Βίκτωρα Εμμανουήλ Ιταλικό Βασίλειο. Το ίδιο έτος 4 Νοεμβρίου 1860 οι Μαρίνες και η Ουμβρία τις μιμήθηκαν. Η Ρώμη εκκενώθηκε από τα γαλλικά στρατεύματα το (1864), αν και αυτά ανακλήθηκαν για την προστασία των Παπών (1867) και αποχώρησαν τελικά το 1870 (λόγω της έναρξης του γαλλογερμανικού πολέμου). Τότε τα Ιταλικά στρατεύματα με συμμετοχή των Γαριβαλδινών εισήλθαν στη Ρώμη και μετά μακρύ κανονιοβολισμό στις 20 Σεπτεμβρίου 1870 κατέλυσαν το Ποντιφικό κράτος.

Ζ΄ Περίοδος: 1870-1929

Στις 2 Οκτωβρίου 1870 οι κάτοικοι ψήφισαν την ένωση με το Ιταλικό Βασίλειο και στις αρχές του 1871 πρωτεύουσα ορίσθηκε η Ρώμη. Έτσι έληξε η "κοσμική" εξουσία των Παπών εναντίον των οποίων από του 896 μέχρι του 1859 έγιναν 171 επαναστάσεις από τις οποίες οι 80 εντός της Ρώμης.

Ο τότε Πάπας Πίος Θ΄ διαμαρτυρόμενος για την κατάλυση αυτή και αρνούμενος να τεθεί υπό την προστασία των αξιωματικών του Βασιλείου, ενώ εξερχόταν από το Βατικανό, εγκλείστηκε αφ΄ εαυτού εκεί, όπου και απεβίωσε (1878). Την ίδια πολιτική ακολούθησαν και οι επόμενοι Πάπες.




Η΄ Περίοδος: 1929 έως Σήμερα

Η περιοχή της πόλης-κράτους του Βατικανού σύμφωνα με τη συνθήκη του Λατερανού το 1929
Construction.svg Η ενότητα αυτή είναι κενή, ανεπαρκώς ανεπτυγμένη ή ανολοκλήρωτη. Η βοήθειά σας είναι καλοδεχούμενη!
Επί Πάπα όμως Πίου ΙΑ΄ και της ιταλικής κυβερνήσεως του Μουσολίνι συνήφθη στο Λατερανό στις 11 Φεβρουαρίου 1929 συνθήκη με την οποία ιδρύθηκε νέο μικροσκοπικό ανεξάρτητο κράτος με το όνομα «Κράτος της πόλεως του Βατικανού» (Stato della Città del Vaticano) και κατέβαλε 750.000.000 ιταλ. λίρες σε μετρητά και ένα δις. Ιταλ. λίρες σε δάνειο ως αποζημίωση για την κατάληψη των εδαφών του Ποντιφικού κράτους (ποσό λιγότερο από αυτό που ανάθεσε για τον Πάπα ο ιταλικός νόμος του έτους 1871, αλλά που δεν τον δέχτηκε εκείνος). Παράλληλα ο Πάπας ανεγνώρισε το Βασίλειο της Ιταλίας, με την Ρώμη πρωτεύουσα αυτού, παραιτούμενος του λοιπού επί παντός δικαιώματος και διεκδίκησης των άλλοτε ποντιφικών εδαφών. Το ανασυσταθέν αυτό νέο κράτος της πόλης του Βατικανού έκτασης 0,44 τ.χλμ. είχε 512 κατ. (1929 έτος ίδρυσης) εξ ων 389 Ιταλοί και 113 Ελβετοί.

Η επίσημη αναγνώριση

Οι Πάπες στον κοσμικό ρόλο τους κυβέρνησαν ένα μέρος της ιταλικής χερσονήσου για περισσότερο από χίλια έτη μέχρι και το μέσο του 19ου αιώνα, όταν προσαρτήθηκαν πολλά από τα παπικά κράτη στο νέο ενωμένο Βασίλειο της Ιταλίας. Το 1870, τα εδάφη του Πάπα μειώθηκαν περαιτέρω όταν προσαρτήθηκε η Ρώμη. Ακολούθησε "Νόμος των Εγγυήσεων", τον Μάιο του 1871, των ενοποιηθέντων κρατών της ιταλικής χερσονήσου που αναγνώριζε την κυριότητα της Καθολικής Εκκλησίας στην εδαφική περιοχή του Βατικανού. Ο νόμος όμως αυτός δεν ικανοποίησε την Εκκλησία και ο Πάπας έθεσε τον εαυτό του υπό διωγμό. Οι διαφωνίες μεταξύ μιας σειράς Παπών και της Ιταλικής κυβέρνησης επιλύθηκαν το 1929 με τις τρεις Λατερανές Συνθήκες, οι οποίες καθιέρωσαν την ανεξαρτησία της πόλης του Βατικανού και χορήγησαν στο ρωμαιοκαθολικισμό ειδική θέση στην Ιταλία (11 Φεβρουαρίου 1929). Το 1984, ένα κονκορδάτο μεταξύ της Αγίας Έδρας και της Ιταλίας τροποποίησε κάποιες από τις προηγούμενες διατάξεις των Συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης της πρωτοκαθεδρίας του ρωμαιοκαθολικισμού ως ιταλικής κρατικής θρησκείας.

Η Πόλη Βατικανού - επίσημα αναφερόμενη ως κράτος της πόλης του Βατικανού - (Λατινικά: Status Civitatis Vaticanæ) είναι στη σύγχρονη εποχή η έδρα των Παπών. Αποτελεί το μικρότερο ανεξάρτητο κράτος στον κόσμο από άποψη εδάφους και πληθυσμού. Τα σύνορά του είναι συμπεριεκτικά με την Αγία Έδρα, την εκκλησιαστική αρχή της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας. Αρχηγός του κράτους είναι ο Πάπας και επικεφαλής της κυβέρνησης ο Γραμματέας του κράτους, υπάρχει επίσης και ο Κυβερνήτης της πόλης του Βατικανού. Η διακυβέρνηση της Αγίας Έδρας είναι διαφορετική, αποτελούμενη από τη Ρωμαϊκή κουρία και από τα μέλη του Κολλεγίου των καρδιναλίων. Οι επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ταυτόχρονα μέλη της ρωμαϊκής κουρίας. Η πόλη πήρε το όνομά της από τον Mons Vaticanus, γνωστό επίσης ως Λόφο του Βατικανού. Η τελευταία εκλογή Πάπα έλαβε χώρα στις 13 Μαρτίου 2013.

Παπικό κονκλάβιο 2013

Μετά την παραίτηση του Πάπα Βενέδικτου ΙΣΤ΄ στις 28 Φεβρουαρίου 2013, το συμβούλιο των καρδιναλίων (κονκλάβιο) συνήλθε και εξέλεξε νέο Ποντίφικα τον Αργεντινό Φραγκίσκο (Χόρχε Μάριο Μπεργκόλιο) στην 5η ψηφοφορία στις 13 Μαρτίου.

Νέος καμεράριος ανέλαβε από τις 15 Οκτωβρίου 2013 ο Πιέτρο Παρολίν, που διορίστηκε από τον Πάπα Φραγκίσκο στο αξίωμα αυτό στις 31 Αυγούστου 2013.

Η μοναδική, μη εμπορική οικονομία της Πόλης του Βατικανού υποστηρίζεται από τις συνεισφορές των ρωμαιοκαθολικών όλης της υφηλίου (γνωστές ως "Οβολός του Πέτρου"), την πώληση γραμματοσήμων και αναμνηστικών, τα αντίτιμα εισόδων στα μουσεία και την πώληση εκκλησιαστικών δημοσιευμάτων. Το Βατικανό έχει ανεξάρτητο οικονομικό σύστημα και τις τράπεζές του. Τα εισοδήματα των εργαζομένων είναι αρκετά καλύτερα από τα αντίστοιχα αυτών που εργάζονται στην πόλη της Ρώμης. Το βιοτικό επίπεδο είναι διαφορετικό, τουλάχιστον στα δημόσια στοιχεία του, λόγω του ιδιαίτερα συγκρατημένου τρόπου ζωής που απαιτείται.

Η πόλη–κράτος μπορεί να φαίνεται μικρότερη και από το Μονακό, την Ανδόρρα και το Λίχτενσταϊν αλλά στην πραγματικότητα ως «Αγία Έδρα» της Καθολικής εκκλησίας ασκεί σήμερα μεγαλύτερη επιρροή ακόμη και από ολόκληρη την Ιταλία.

Έκτός από τη "Πίατσα Σαν Πιέτρο" που αποτελεί και είσοδο στην πόλη, από τις υπόλοιπες πέντε πύλες των τειχών μόνο δύο είναι ανοικτές στο κοινό η Arco delle Campane (Αψίδα των Καμπάνων) στην πρόσοψη της Βασιλικής του Αγίου Πέτρου και η είσοδος των βορείων τειχών προς τα μουσεία του Βατικανού.

Το επιβλητικότερο κτίσμα είναι η Βασιλική του Αγίου Πέτρου που κτίστηκε το 4ο αι. και ανοικοδομήθηκε το 16ο αι. Αριστερά της Βασιλικής και εκτός των τειχών βρίσκεται το τευτονικό νεκροταφείο, ενώ εντός των τειχών είναι το ιερό σκευοφυλάκιο και το ανάκτορο της Αγίας Μάρθας. Πίσω από αυτά τα κτίσματα βρίσκονται αντίστοιχα το Δικαστικό μέγαρο και το ανάκτορο του Αγ. Καρόλου και πίσω ακριβώς αυτών το εργαστήριο ψηφιδωτών και ο σιδηροδρομικός σταθμός πίσω δε αυτών ο ραδιοφωνικός σταθμός του Βατικανού όπου και καταλήγουν τα νότια τείχη.


Η πλατεία του Αγίου Πέτρου

 Πίσω ακριβώς από την Βασιλική του Αγ. Πέτρου και βόρεια των παραπάνω κτισμάτων βρίσκεται ο ναός του Αγ. Στεφάνου (των Αβησσυνών) και πίσω του το Κυβερνητικό Μέγαρο, όπισθεν του οποίου βρίσκεται το Αιθιοπικό Κολέγιο, καταλήγοντας στο δυτικό τείχος του Λέοντος Δ΄ και το ελικοδρόμιο. Βόρεια των δύο προηγουμένων κτισμάτων ο μεγάλος τριγωνικός κήπος του Βατικανού (έκτασης 1/6 της χώρας) καταλήγοντας στα βόρεια τείχη.

Δεξιά και σε κάθετη διάταξη προς τον άξονα της πλατείας και της Βασιλικής του Αγ. Πέτρου δεσπόζει το πελώριο Ανάκτορο του Βατικανού που το βόρειο άκρο του καταλήγει στην Έπαυλη Μπελβεντέρε με εντυπωσιακή πανοραμική θέα, και στην είσοδο των βορείων τειχών. Προ του ανακτόρου αυτού και πάντα εντός των τειχών βρίσκονται διάφορα κτίσματα, τα οποία στεγάζουν τις υπηρεσίες της χώρας όπως το ταχυδρομείο, το τηλεφωνείο, το τυπογραφείο, το φαρμακείο. Υπάρχει, επίσης, ο ναός της Αγ. Άννας των Ιπποκόμων (επειδή εκεί εκτός τειχών στάβλιζαν τα άλογα των ευγενών επισκεπτών). Πίσω ακριβώς αυτού του ανακτόρου και από νότια προς βόρεια είναι η πλατεία Nομισματοκοπείου η Ακαδημία Επιστημών η Έπαυλη του Πίου Δ΄ και η ΓαμοΘηκη του Πίου ΙΑ΄. Πίσω δε όλων αυτών ο κήπος του Βατικανού. Τέλος μεταξύ του πελώριου ανακτόρου και της Βασιλικής του Αγ. Πέτρου είναι το παρεκκλήσι της Καπέλα Σιξτίνα.

















Galveston Texas

Galveston Texas
Γκάλβεστον Τέξας


Το Γκάλβεστον είναι μια παραλιακή πόλη θέρετρο και λιμάνι στην νοτιοανατολική ακτή Γκάλβεστον Άϊλαντ και στο νησί Πελεκάνος στην πολιτεία του Τέξας. 




Το Galveston, ή η πόλη του Galvez, πήρε το όνομά του από τον Ισπανό στρατιωτικό και πολιτικό ηγέτη τον 18ο αιώνα Bernado de Galvez. Οι πρώτοι ευρωπαϊκοί οικισμοί του Galveston χτίστηκαν γύρω στο 1816 από τον Γάλλο πειρατή Louis Michel Aury για να βοηθήσουν την νεοσύστατη Δημοκρατία του Μεξικού για την ανεξαρτησία της από την Ισπανία μαζί με άλλες αποικίες στο δυτικό ημισφαίριο της Αμερικής στην κεντρική και νότια Αμερική στη δεκαετία του 1810 και του 1820. 


Αρχικά, ο Galveston ήταν μέρος της αποικίας Austin στην παλιά Δημοκρατία του Τέξας. Το 1839, η πόλη ενσωματώθηκε και απολάμβανε ευημερία τον 19ο αιώνα, λόγω εμπορικών επιχειρήσεων, φυτειών βάμβακος και διαφόρων άλλων βιομηχανιών. 


Ως πόλη λιμάνι που βρίσκεται σε ένα νησί (φραγμού) όπως ονομάζεται, λίγο έξω από την ακτή του Τέξας, το Galveston έχει επωφεληθεί από μια πλούσια αλιευτική βιομηχανία και το εμπόριο.


Στην πραγματικότητα, το Κογκρέσο κατέστησε το Galveston ένα επίσημο λιμάνι εισόδου το 1837 και η πόλη έχει καλωσορίσει από τότε τόσους πολλούς μετανάστες που οι άνθρωποι τώρα αναφέρονται στην πόλη ως το "Little Ellis Island". 


Σήμερα, ο Galveston παραμένει μια σημαντική πόλη λιμάνι, αν και τώρα οι άνθρωποι που έρχονται εδώ είναι οι τουρίστες που θέλουν να δουν τις ιστορικές περιοχές του Galveston, που μπορούν να καυχηθούν για πάνω από 400 ιστορικά σπίτια από την εποχή του Βικτωριανού. 



Ένα άλλο μεγάλο ατού για τους τουρίστες που επισκέπτονται το Galveston είναι οι παραλίες των 32 μιλίων, οι οποίες θεωρούνται ως από τις ωραιότερες στις ΗΠΑ.



Η νυχτερινή ζωή ποικίλλει από τα τυπικά μπαρ και τα κλαμπ σε πιο πολυτελείς, μοντέρνους προορισμούς. Μερικά από τα σημαντικότερα αξιοθέατα περιλαμβάνουν το Elissa, ένα ψηλό πλοίο (ορόσημο), και το Moody Gardens, το οποίο προσφέρει στους επισκέπτες την δυνατότητα να εξερευνήσουν τις παραδεισένιες ακτές του κόλπου.