Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Έχει η ψυχή βάρος

Έχει η ψυχή βάρος
Τα 21 Γραμμάρια της ανθρώπινης ψυχής.

Υπάρχει μια θεωρία που κυκλοφορεί στους επιστημονικούς κύκλους και όχι μόνο πως το ανθρώπινο σώμα γίνεται κατά 21 γραμμάρια περίπου ελαφρύτερο όταν πεθάνει, σαν κάτι να το εγκαταλείπει.




Οι Επιστημονες υποθετουν πως ειναι η Ψυχή του Ανθρωπου που εγκαταλειπει το σώμα. Αν αληθεύει όμως αυτό κι αν είναι η ψυχή εκείνη που «φεύγει», τότε η ψυχή δεν ειναι κατι “Αϋλο” οπως οι περισσότεροι υποστηριζουν. Πως είναι δυνατόν κάτι μη υλικό να έχει μάζα;/ Η ιστορία μας ξεκινάει πριν ένα αιώνα περίπου όταν ο γιατρός Ντάνκαν Μακντάγκαλ του Haverhill της Μασσαχουσέττης πήρε ως δεδομένο ότι η ψυχή έχει υλική υπόσταση και ως εκ τούτου έχει μάζα. Συνεπώς το βάρος της ψυχής μπορούσε να μετρηθεί.


Το ότι η ψυχή του ανθρώπου εγκαταλείπει το σώμα την στιγμή του θανάτου ήταν κάτι ευρέως διαδεδομένο πριν τον 20 αιώνα, αλλά το ότι η ψυχή έχει μάζα που μπορεί να μετρηθεί και μάλιστα να γίνει αντικείμενο πειράματος έγινε για πρώτη φορά από τον MacDougall το 1907.


ΤΟ ΠΕΙΡΑΜΑ ΜΕΤΡΗΣΗΣ ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ
Ο γιατρός στην προσπάθειά του να προσδιορίσει εάν κάποιες σωματικές φυσιολογικές λειτουργίες συνεχίζουν να υπάρχουν ανεξάρτητα από την θάνατο του σώματος, κατασκεύασε ένα ειδικό κρεββάτι στο γραφείο του το οποίο και τοποθέτησε πάνω σε μια πολύ ευαίσθητη ζυγαριά που μπορούσε να μετρήσει μεταβολή μέχρι και 5 γραμμάρια περίπου.
Ο εν λόγω γιατρός λοιπόν τοποθέτησε πάνω στα κρεβάτια του γραφείου του έξι βαριά ασθενείς (4 με φυματίωση, έναν με διαβήτη και έναν με άγνωστη αρρώστια) και τους παρατήρησε ζυγίζοντάς τους πριν, κατά την διάρκεια, και μετά το θάνατό τους. Βέβαια προσπάθησε να απομονώσει όλες τις άλλες φυσιολογικές λειτουργίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το πείραμά του.


Στον πρώτο νεκρό (πέθανε από φυματίωση) παρατηρήθηκε απώλεια βάρους 21 γραμμαρίων. Ήταν σε παρακολούθηση για 3 ώρες και 40 λεπτά.
Στον δεύτερο νεκρό παρατηρήθηκε στην αρχή απώλεια 14 γραμμαρίων. Στην συνέχεια όμως ακολούθησε η απώλεια άλλων 45 γραμμαρίων.
Ο τρίτος νεκρός έχασε την στιγμή του θανάτου του 14 γραμμάρια και μερικά λεπτά αργότερα άλλα 28 γραμμάρια.
Στον τέταρτο νεκρό έγινε κάποιο λάθος στο ζύγισμα από τους ανθρώπους που βοηθούσαν τον γιατρό οπότε δεν ελήφθη υπόψη το αποτέλεσμα.
Στον πέμπτο νεκρό φάνηκε να χάνεται βάρος, έπειτα να κερδίζεται το βάρος και στην συνέχεια να χάνεται πάλι.
Στον έκτο και τελευταίο νεκρό δεν πρόλαβε ο γιατρός να προσαρμόσει την ζυγαριά γιατί το άτομο πέθανε γρήγορα, και έτσι δεν μπορούσε η παρατήρηση του συγκεκριμένου νεκρού να χρησιμοποιηθεί στα συμπεράσματα. Συνεπώς στον ένα χάθηκαν 21 γραμμάρια, σε άλλους δύο στην αρχή 14 και στην συνέχεια κάποια περισσότερα, σε δύο τα αποτελέσματα ήταν ανακριβή, και σε έναν χάθηκαν κάποια γραμμάρια που έδειξε να μην χάνονται αλλά εν τέλει να χάνονται αρκετά αργότερα.


Όπως είναι ξεκάθαρο τα αποτελέσματα αυτά είναι σίγουρα πολύ δύσκολο να οδηγήσουν σε συγκεκριμένα συμπεράσματα πόσο μάλλον όταν οι άνθρωποι που βοήθησαν τον γιατρό δεν είχαν την ικανότητα να διαπιστώσουν την ακριβή στιγμή του θανάτου, έναν παράγοντα πολύ σημαντικό στην εξέλιξη του πειράματος.







ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΟΤΑΝ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΤΟΥ ΒΑΡΟΥΣ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Η απώλεια του βάρους δεν θα μπορούσε να ήταν από την υγρασία που βγαίνει με την εκπνοή και την εξάτμιση του ιδρώτα καθώς τους υπολόγισε αυτούς τους δύο παράγοντες και βρήκε πως είναι μισό γραμμάριο κάθε λεπτό, ενώ στο πείραμά του υπάρχει απότομη απώλεια του βάρους (21 γραμμάρια στο πρώτο του test) μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα που δεν μπορεί να εξηγηθεί με τα μέχρι τώρα δεδομένα. Επίσης δεν θα μπορούσε να ήταν από κόπρανα των εντέρων καθώς θα μπορούσαν τα σπλάχνα να κινηθούν μεν απότομα αλλά ο γιατρός το είχε αυτό υπολογίσει και θα παρέμεναν τα κόπρανα όπως και τα ούρα της κύστης πάνω στο κρεββάτι. Βεβαίως η όποια εξάτμιση των ουσιών αυτών θα ήταν σταδιακή και σε καμμία περίπτωση απότομη σε λίγα δευτερόλεπτα. Επίσης δε θα μπορούσε να ήταν από τον συνολικό αέρα που υπάρχει στα πνευμόνια, καθώς ανέβηκε τόσο ο ίδιος ο γιατρός για να δοκιμάσει όσο και οι βοηθοί του, εκπνέοντας όσο το δυνατόν περισσότερο την μία φορά και εισπνέοντας με όλη την δύναμη την άλλη, και δεν υπήρξε καμία μεταβολή στην ζυγαριά.







ΤΑ ΠΕΙΡΑΜΑΤΑ ΣΕ ΣΚΥΛΙΑ
Ο γιατρός συνέχισε τα πειράματά του σε 15 σκυλιά στα οποία πειράματα όμως δεν παρατηρήθηκε καμία μεταβολή στο βάρος κατά την διάρκεια του θανάτου των ζώων. Το συγκεκριμένο αποτέλεσμα δεν τον ανησύχησε καθόλου αφού πίστευε πως τα ζώα δεν έχουν ψυχή όπως οι άνθρωποι, άρα δεν έπρεπε να χάσουν καθόλου βάρος σύμφωνα πάντα και με το θρησκευτικό δόγμα του γιατρού.4 χρόνια μετά υποστήριξε πως με τα νέα του πειράματα θα ήταν σε θέση να φωτογραφήσει την ψυχή!


ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΤΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ
Το 1907 οι έρευνες του γιατρού δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα New Yok Times και στο επιστημονικό περιοδικό American Medicine.


ΑΜΦΙΣΒΗΤΙΣΗ
Μάλιστα στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό έγραψε τις αντιρρήσεις του και ένας άλλος γιατρός από την Μασσαχουσέττη. Ο Αυγουστος Κλάρκ ο οποίος ανέφερε πως ο Μακντάγκαλ δεν έλαβε υπόψη του την αύξηση της θερμοκρασίας που παρατηρείται στο σώμα την στιγμή του θανάτου, αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το αίμα σταματάει να κρυώνει με το πέρασμα από τα πνευμόνια με την παύση του κυκλοφορικού. Έτσι με την αύξηση της θερμοκρασίας και την εξάτμιση του ιδρώτα και της υγρασίας του δέρματος μπορεί να εξηγηθεί η πτώση του βάρους του νεκρού κατά λίγα γραμμάρια σε αντίθεση με τα σκυλιά που δεν ρίχνουν την θερμοκρασία με τον ιδρώτα παρά με το λαχάνιασμα, όπως υποστήριξε ο Clarke. Η διαμάχη μεταξύ των δύο επιστημόνων συνεχίστηκε από το τεύχος του Μαΐου μέχρι το τεύχος του Δεκεμβρίου.







ΜΕΓΑΛΟΣ ΓΡΙΦΟΣ
Φάνηκε πάντως από την διαφωνία αυτή πως χρειαζόταν κάτι παραπάνω από τα απλά αυτά πειράματα για να εξηγηθεί η πτώση του βάρους του νεκρού, πόσο μάλιστα για να συνδεθεί το γεγονός αυτό και με την ύπαρξη της ψυχής όταν στα 6 άτομα που πέθαναν στα κρεβάτια του γραφείου του γιατρού τα αποτελέσματα δεν συμφωνούσαν μεταξύ τους.


Παρ’ όλες τις θεωρίες του ο γιατρός παραδέχτηκε πως τέτοια πειράματα πρέπει να γίνουν ακόμη πολλά για να εξαχθούν οριστικά και αξιόπιστα συμπεράσματα. Όπως είπε όμως, τα πειράματα του έδειξαν τουλάχιστον πως στους ανθρώπους την στιγμή του θανάτου τους παρατηρείται μεταβολή στο βάρος που δεν μπορεί να εξηγηθεί από τις μέχρι τώρα επιστημονικές θεωρίες και που σαφώς διαφοροποιεί τον άνθρωπο από τα σκυλιά και ίσως από όλα τα άλλα ζώα γενικώς. Εάν αυτή η θεωρία του, συμπλήρωσε, αποδειχθεί από πολλά ακόμη πειράματα που πρέπει να γίνουν, σίγουρα είναι υψίστης σημασίας. Επίσης πρόσθεσε πως έπειτα από δώδεκα πειράματα που έκανε με ανθρώπους την στιγμή του θανάτου τους, βρήκε πως η ψυχή την ώρα που αφήνει το σώμα δίνει ένα φως σαν αυτό του αστρικού αιθέρα, και μέτρησε πως τελικά η ψυχή ζυγίζει από 14 έως 21 γραμμάρια.


Ο MacDougall δεν απασχόλησε ξανά τον κόσμο μετά το 1911, τουλάχιστον δεν δημοσιεύτηκε τίποτα ούτε στους New York Times ούτε πουθενά αλλού. Τελικά πέθανε το 1920. Η κληρονομιά όμως που μας άφησε συνεχίζει να υπάρχει και να μεταδίδεται ως «21 γραμμάρια» δηλαδή όσο ήταν και το βάρος που χάθηκε στο πρώτο τεστ που έκανε. Για την ακρίβεια ήταν 21,3 γραμμάρια.


Τα αποτελέσματα του MacDougall αλλά και τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξε είναι μάλλον ανακριβή αν εξετάσει κάποιος τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγιναν όπως την μεθοδολογία, το μικρό δείγμα που χρησιμοποίησε, αλλά και την όλη διαδικασία της ζυγαριάς στην μέτρηση. Δεν το συζητάμε για το νούμερο των 21 γραμμαρίων στο οποίο κατέληξε. Οι θεωρίες του μπορούν μόνο να μας κεντρίσουν την περιέργεια και τίποτα παραπάνω.


ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΜΑΤΟΣ
Συμπερασματικά λοιπόν, υπάρχουν και οι δύο περιπτώσεις: Είτε να παρατηρηθεί απώλεια βάρους, είτε προσθήκη βάρους οταν καποιος πεθαίνει.